// //

 
 
Του άρεσε υπερβολικά να περπατάμε στους κήπους στου σπιτιού του. Χειμώνα καλοκαίρι, με βροχή με κρύο το τι συζητούσαμε σ΄αυτούς τους περιπάτους δε περιγράφεται. Ένας περίπατος που ξεκίνησε το φθινόπωρο του 1983 και δε τέλειωσε ποτέ.
-«Ιόλα, είστε αλαζονικός, όταν μιλάτε για την Ελλάδα. Εδώ δεν θα σας το συγχωρέσουν αυτό. Υπάρχει μια ιδιαίτερη εξάρτηση του Έλληνα με την ιστορία του.». Ο Ιόλας με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια δε μου μιλούσε
– «Είστε λεβέντης και άστατος και αλαζονικός» τόλμησα να προσθέσω, χωρίς να υποπτευθώ τις συνέπειες.
-«Γιατί είμαι αλαζονικός και άστατος; Επειδή διεγείρω συγκινήσεις; Επειδή ψάχνω την ιδανική λεία μιας καινούργιας εμπειρίας; ή αν σου πάει καλύτερα, μια ακόμη μεταμφίεση της ευτυχίας;»
-«Μιλώ για τον Παρθενώνα, Ιόλα. Δεν έπρεπε να πείτε στη δημοσιογράφο, ότι έτσι, σαν ερείπιο, είναι πιο όμορφος.»
-«Μα έτσι είναι. Είναι τόσο σπουδαίος γιατί κουβαλά την ιστορία του.»
Σταμάτησε να μιλάει. Μου πρότεινε να περπατήσουμε, για κόμη μια φορά, έξω στα πλακόστρωτα, ανάμεσα στις κολώνες, ανάμεσα στα σινιάλα του Τάκη και τα γυμνά του Finotti.
-«Όταν αναφέρεσαι στην τέχνη, σίγουρα θα αναφερθείς στην τέχνη της Αθήνας. Οπωσδήποτε θα στρέψεις το βλέμμα σου στον Παρθενώνα. Εκεί πήγα 17 χρονών… Όταν ήρθα εδώ και ήθελα να χορέψω εκεί γυμνός! Με άφησαν να κάνω μια φωτογράφιση με τη φωτογράφο Νέλη Σεραιδαρη
fotograficus-5-620x786
// //

-«Γιατί το πάθος σου για την Ελλάδα;»
-«Το 480 π. Χ. οι ναοί πάνω στο βράχο παιδί μου είχαν καεί και λεηλατηθεί από τους Πέρσες. Ο δήμος με ηγέτη τον Περικλή, άρχιζε να τον ξαναχτίζει με μάρμαρο, με μια λαμπρότητα και μια ευγένεια, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ μέχρι τότε ο κόσμος. Είναι η εποχή που μιλούσαν όλοι για την μοναδικότητα της τέχνης της Αθήνας. Γι’ αυτό και το πάθος μου γι’ αυτήν.»
-«Νάτος ο θαυμασμός σας.»
-«Όλοι θαυμάζουν αυτόν τον πολιτισμό, ο οποίος θρέφεται από τις πιο ισχυρές επαναστάσεις, τις αφομοιώνει τέλεια και στο βάθος μένει απρόσβλητος. Πες μου εσύ τώρα. Ποιος δήμος; Η «Αυριανή» είναι; Που είναι ο Περικλής σήμερα; Ο Ανδρέας Παπανδρέου; Αυτό εννοούσα. Να βρεθούν ηγέτες, να πουν στον Δήμο, ότι η Αθήνα έγινε για τη εποχή της η πιο σημαντική πόλη. Εδώ καρποφόρησε η πιο μεγάλη, η πιο εκπληκτική επανάσταση σε ολόκληρη την ιστορία της τέχνης.
Όταν οι Αθηναίοι καλλιτέχνες άρχισαν να σμιλεύουν μαρμάρινα αγάλματα, ξεκίνησαν από εκεί ακριβώς που είχαν ξεκινήσει οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι. Οι Αιγύπτιοι είχαν βασίσει την τέχνη τους στη γνώση. Οι Έλληνες άρχισαν να χρησιμοποιούν τα μάτια τους. Από τη στιγμή που άρχισε αυτή η επανάσταση, τίποτε δε μπορούσε να τη σταματήσει. Ήταν σαν να είχες ανοίξει ένα παράθυρο και το ρεύμα του παρέσυρε τα πάντα.»
Μου άρεσε όταν μιλούσε για τέχνη ο Ιόλας. Έπρεπε όμως κάτι να τον ερεθίσει για να συγκροτήσει τη σκέψη του. Η αναστάτωση που προκλήθηκε στον τύπο, ήταν τέτοια που ερέθισε την σκέψη του.
-«Τι ήταν αυτό που ενέπνευσε την τέχνη της Αθήνας;» τον ρώτησα.
-«Πάμε να δεις» μου είπε και κατευθυνθήκαμε προς τις αίθουσες όπου ήταν τοποθετημένες οι Ελληνικές αρχαιότητες. Με άφησε να κοιτάξω για αρκετή ώρα τα κυκλαδικά ειδώλια. Δε μιλούσε. Μου έδειχνε τους αμφορείς, τα χρυσά στεφάνια της Μακεδονίας.
-«Είναι ο μυστικισμός της φύσης που γίνεται νόμος στη μνήμη του Έλληνα. Από αυτόν τον νόμο ακριβώς, προκύπτει το βασικό νόημα του μέτρου, που είναι και το βασικό νόημα της τέχνης.»
Προχωρήσαμε προς το υπνοδωμάτιό του, μια αίθουσα 300 τετραγωνικών μέτρων, όπου μέσα εκεί υπήρχαν κολώνες, γλυπτά και Αρχαία Ελληνικά αγάλματα.
«Δες αυτό το μαρμάρινο αγόρι… Απίθανο πλάσμα. Το μέτρο στα φυσικά μεγέθη, το μέτρο στις φυσικές δυνάμεις, το μέτρο στις ψυχικές εντάσεις. Κοίταξε τον κορμό του Τουταγχαμών.» Ένα εξαίσιο Αιγυπτιακό κομμάτι της συλλογής του και χαϊδεύοντάς το, συνέχισε:
«Το τιτάνιο, το γιγάντιο, υπάρχει μόνο σαν αντίθεση στην τέχνη της Αθήνας. Όλα τα συλλαμβάνει το μάτι. Το μέτρο, παιδί μου, είναι αυτό που ανεβάζει την ελληνική φύση στο άπλετο φως και αυτό το φως γίνεται λόγος, εικόνα, παράσταση, άγαλμα. Να το μέτρο που χάσανε οι νεοέλληνες…»
Έβλεπα μια ιδιοφυΐα να καταστρέφεται.
-«Γιατί μένετε εδώ;»
-«Γιατί μου αρέσει οι Ελλάδα και οι Έλληνες, κι ας με ενοχλούν οι δημοσιογράφοι και η κυβέρνηση. Καλά οι δημοσιογράφοι, να πάνε να γαμηθούνε! Είναι πιο ωραίο παρά να ασχολούνται με το «τι εννοούσα» με το χαρακτηρισμό.
Να μου πούνε ότι δεν έκανα τίποτα για την Ελλάδα;… Μα γι’ αυτό ήρθα εδώ. Τι να τα κάνω μαζί μου θα τα πάρω; Εδώ ανήκουν. Εδώ θα τα αφήσω. Στον τόπο που διάλεξα να ζήσω, όσο ζω.»
Ξάπλωσε στο ανάκλιντρό του, όπως ήταν, με τα παπούτσια του. Ήταν τόσες πολλές οι αλλαγές στον χαρακτήρα του, τον τελευταίο καιρό, που ήταν εντελώς αποδιοργανωμένος. Κι όμως είχε με τόσα να ασχοληθεί. Είχε δώσει παραγγελία στον Matta για να δημιουργήσει το «Συμπόσιο του Πλάτωνα», στον Andy Warhol είχε παραγγείλει τον «Μυστικό Δείπνο», οι εργασίες στο Palazzo Stelline στο Μιλάνο, προχωρούσαν, το ίδιο και ο χώρος της Φίλκεραμ Τζόνσον στη Θεσσαλονίκη, όπου θα στέγαζε τα 47 έργα της δωρεάς του.
Ένας οργασμός εργασιών, ραντεβού, επαφών, ταξιδιών. Χαιρόταν τα άκρα και τις αντιθέσεις. Κοίταζα γύρω- γύρω την αίθουσα. Το σπίτι είναι μαγικό. Γεμάτο υπερβολές, αισθησιασμό και χλιδή. Τον τελευταίο καιρό ζούσε μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο, περιτριγυρισμένος από τα έργα που αγαπούσε πιο πολύ και στην κουζίνα του σπιτιού, με τη Σούλα να του μαγειρεύει καθώς εκεί υποδεχόταν διεθνείς διασημότητες, γείτονες, φίλους του, δημοσιογράφους, συλλέκτες. Ήταν σουρεαλιστικός. Έζησε σουρεαλιστικά και είμαι σίγουρος ότι ακόμη κι ο θάνατός του θα είναι σουρεαλιστικός.
 
// //

 
 
Τον άφησα να ησυχάσει. Ήταν πια μεσημέρι. Το βράδυ θα βγαίναμε με τον φίλο του 8567 , Γάλλο θεωρητικό τέχνης και διευθυντή του Μουσείου Πομπιντού στο Παρίσι, ο οποίος παρακολουθούσε από κοντά για χρόνια το έργο του Ιόλα. Έμενε στη «Μεγάλη Βρετανία» και στις 21.00 θα τρώγαμε όλοι μαζί.
-«Ο Ιόλας ήταν μια πολύχρωμη προσωπικότητα». «Λατρεύει τις δούκισσες αλλά ταυτόχρονα ζει με το φόβο του δικαστικού κλητήρα. Στη Νέα Υόρκη, επέλεγε γκαλερί με δυο εξόδους. Έτσι μπορούσε να εξαφανιστεί εύκολα. Όταν ο Jackson Pollock έρχονταν να του πουλήσει τα περίφημα “Droppings”, έφευγε από την πόρτα της υπηρεσίας, γιατί δεν είχε 100 δολάρια να τον αγοράσει.».
-«Είμαι εξοργισμένος με όσα προβλήματα έχουν δημιουργήσει οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, σ’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο. Πολλοί από αυτούς είναι ανίκανοι να αγοράσουν ένα χαρακτικό του Max Ernst, ή να οργανώσουν μια έκθεση με αναπαραγωγές του Picasso και θέλησαν να τα βάλουν με έναν περίφημο άνθρωπο της τέχνης, ο οποίος προτίμησε να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, στην Αθήνα.
Ονόματα μεγάλα της τέχνης, και πιθανότατα, άγνωστα ως χθες για την ελληνική κυβέρνηση, απέκτησαν νόημα με την προοπτική ενός Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στην Αθήνα, το οποίο ακόμη περιμένουμε.
Ο Ιόλας ξεκίνησε ως χορευτής και όλη η ζωή του είναι ένας χορός. Μια σκηνοθεσία, οι εκθέσεις του είναι θεατρικές παραστάσεις. Ο ίδιος είναι θέαμα. Προσπαθεί να έλξει. Προσπαθεί να εντυπωσιάσει.»
-«Αρνήθηκε ποτέ την Ελλάδα όσα χρόνια τον ξέρετε;» ρώτησα τον Otto Han. Ο Ιόλας άκουγε και δεν μιλούσε.
-«Όχι, ποτέ δεν αρνήθηκε τις ρίζες του και υπερασπίζεται τους Έλληνες καλλιτέχνες, αν και τους πουλάει πιο δύσκολα από έναν Max Ernst. Είναι ένας εμπνευσμένος τσιγγάνος. Αγαπάει τα ταξίδια, τις εμφανίσεις αλλά και τις εξαφανίσεις… αλλά αυτός δεν είναι και ένας ορισμός του σουρεαλισμού;»
Στον Ιόλα άρεσε η σύγκριση
«Ο Otto είναι τόσο καταπληκτικός!» φώναξε ο Ιόλας από ενθουσιασμό, τσουγγρίζοντας όλο χαρά τα ποτήρια με το κόκκινο κρασί .