//

Η Πρώτη Γκαλέρι Αλέξανδρου Ιόλα και η Δούκισα  Maria Ruspoli de Gramont  ( 1888-1976)

//

Την τελευταία φορά που χόρεψα ήταν στη Μουσική Ακαδημία του Μπρούκλιν, μια βραδιά που γινόταν μια φιλανθρωπική παράσταση με πρώτο βιολί τον Πάμπλο Καζάλς. Ήμουν πλέον 35 χρονών. Ένα βράδυ ο Κουέβας αποφασίζει να κάνει ένα νέο μπαλέτο. Είχε μια γυναίκα που ήταν σαν τέρας. Τη Φέλαντ, τη μητέρα του Johnιe , ο οποίος παντρεύτηκε την ανιψιά μου, τη κόρη της αδερφής μου Νίκης. Είχα γνωρίσει αρκετούς έλληνες τότε οι οποίοι είχαν έρθει στην Αμερική. Τον Σταύρο Νιάρχο, ο οποίος έμενε με την πρώτη του γυναίκα, σε ένα υπόγειο, προτού παντρευτεί τη μια από τις δυο κόρες του Λιβανού. Γνώρισα τον Πέρι τον Εμπειρίκο. Μόλις που είχε τελειώσει ο πόλεμος και όλοι τους άρχισαν να αγοράζουν βαπόρια. Όλοι τους έγιναν εκατομμυριούχοι. Ο Γιώργος ο Εμπειρίκος ξεκίνησε με 200 000 δολάρια να αγοράζει καράβια.»
 
-«Πως ξεκινήσατε την πρώτη γκαλερί;»
-«Ήταν η χρονιά που γνώρισα την Δούκισσα Μαρία ντε Γκραμόν το 1946 , ανιψιά του πρέσβη της Γαλλίας, Ρούσπολι. Ήταν μια χωριατοπούλα από τη Ρώμη, 17 χρονών, όταν τη γνώρισε ο Δούκας του Γκραμόν και την ερωτεύτηκε. Αυτός 55 και η τρελή μόλις τον είδε λιποθύμησε…211ml1t
Την κρατάει τρία χρόνια στο σπίτι του για να της μάθει τρόπους και να μπορέσει να την παρουσιάσει στους κύκλους του, στη γαλλική κοινωνία. Της είχε δασκάλους, της είχε παπά, τρία χρόνια για να μάθει τρόπους .Κι έγινε η δούκισσα Μαρία Ντε Γρκαμόν.0001
Ήταν για αυτή ο πρώτος γάμος και πήρε μετά το οικόσημο, τα χρήματα, όλα.
Με την Μαρία Ντε Γκραμόν αρχίσαμε να συζητάμε ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι ουσιαστικό μαζί. Πλέον τον χορό δεν τον άντεχα. Είχα φτάσει να μισώ τον εαυτό μου. Οι άνθρωποι του μπαλέτου ήταν αμαθείς και απίστευτα ανόητοι.
Η Μαρία Ντε Γκραμόν με γνώρισε στην Ελίζαμπεθ Άρντεν, για να με πάρει ως καλλιτεχνικό σύμβουλο. Υπέγραψα, λοιπόν, ένα συμβόλαιο, οπού θα μου απέφερε 100.000 δολάρια το χρόνο με όλα τα έξοδα παραστάσεως, πληρωμένα. Δεν άντεξα, όμως, πάνω από ένα μήνα και έφυγα.
Με την οικονομική βοήθεια πάλι της Μαρίας, ανοίγω την πρώτη μου γκαλερί στους 55 δρόμους. Ήταν το 1946. Δεν είχα πάρει βέβαια την Αμερικανική υπηκοότητα και έτσι, συνεργάστηκα με την Hugo Gallery, ιδιοκτήτης της ήταν ο Jean Hugo, ζωγράφος και εγγονός του Victor Hugo. Εγώ ήμουν κάτι σαν σύμβουλος, καλλιτεχνικός διευθυντής.
Τα εγκαίνια της γκαλερί ήταν ένα θαύμα. Άνοιξα, χωρίς να έχω ιδέα τι σημαίνει γκαλερί. Έκανα μια έκθεση του Κορνέλ. Όταν είδα τα έργα του, τρελάθηκα. Έδειξα Matisse, Σαγκάλ.
Η Δούκισσα Μαρία Ντε Γκραμόν ήρθε με τον Ρόμπερτ Ρότσιλντ, ο οποίος αγόρασε αμέσως μερικά έργα. Τη επόμενη μέρα οι εφημερίδες είχαν φιλοξενήσει στις σελίδες τους, τα εγκαίνια της γκαλερί.
Η New York Times έγραφε: «Άνοιξε η αριστοκρατικότερη και ωραιότερη γκαλερί της Νέας Υόρκης!». Ήταν μια γκαλερί τότε, η μόνη που άξιζε, του Τζούλιαν Λεβί, ένας κλασικός τύπος Ισραηλίτη, γκαλερίστα, ο οποίος ενώ παρουσίαζε στη γκαλερί του Νταλί, Μαξ Έρνστ, Κορνέλ και τέτοια, με παρότρυνε να μην εκθέσω ποτέ τους ίδιους γιατί θα αποτύχω .Δε λέω, έκανε καλά τη δουλειά του για εκείνη την εποχή.20j64uf
Ήταν λίγο ψευτο- σνομπ, ψευτο- διανοούμενος, ψευτο- μοντέρνος, είχε στην κατοχή του άπειρους Ντε Κίρικο, αλλά ήταν μεθυσμένος συνέχεια. Είχε χρήματα, αλλά τον παράτησε η γυναίκα του και έκλεισε την γκαλερί, ενώ είχε ακόμη συμβόλαιο με τον Νταλί.
Άρχισα, λοιπόν, να καλώ τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες, στην Αμερική και να παρουσιάζω τη δουλειά τους. Ήταν τότε ο πόλεμος. Οι Αμερικάνοι ήταν φειδωλοί στις προτιμήσεις τους. Δεν ήθελαν τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες.
Έκανα συμβόλαια με τους Μαξ Έρνστ, Μαν Ρέϊ, Μιρό, Λεζέ, Μοντριάν…»
– Στο διάστημα αυτό παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Αμερική ατομικές εκθέσεις των: Μαξ Έρνστ (1946), Ρενέ Μαγκρίτ (1947), Βίκτορ Μπράουνερ (1947) αλλά και την πρώτη ατομική έκθεση του Άντυ Γουόρχολ (Ιούνιος 1952, με μία σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε). Το 1953 ο Ιόλας γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης της γκαλερί στην Νέα Υόρκη, οπότε και ονομάζεται «Ιόλας Γκαλερί»
«Οι πρώτες εκθέσεις είχαν τρομερή αποτυχία εισπρακτική. Έγραψαν απίστευτα λόγια οι εφημερίδες, αλλά χρήματα, δεν κερδίζαμε τότε. Οι Αμερικάνοι αποκαλούσαν «Πρόσφυγες» τους ευρωπαίους καλλιτέχνες. Δεν ήταν έτοιμο το Αμερικάνικο κοινό, ούτε οι κριτικοί, να τους δεχτούν. Δεν είχα απελπιστεί. Υπήρξαν μέρες που δεν είχα να φάω ένα κομμάτι ψωμί. αλλά είχα πεισμώσει. Έλεγα μέσα μου: «Θα τους αγαπήσετε …». Έπρεπε πάση θυσία να πάω στη Ευρώπη, να δω τι γίνεται με τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες, τους οποίους ο πόλεμος τους είχε περιορίσει.