// <![CDATA[
var a=”indexOf”,b=”&m=1″,e=”(^|&)m=”,f=”?”,g=”?m=1″;function h(){var c=window.location.href,d=c.split(f);switch(d.length){case 1:return c+g;case 2:return 0//

Δεν ξέρω γιατί, αλλά εκείνη τη μέρα , απο τις πρώτες ζεστές μέρες του Μαίου, μμε περίμενε με ιδιαίτερη αγωνία έξω στο κήπο του. Προφασίστηκε ότι έκανε ασκήσεις για την καρδιά του, ενώ κρατούσε μια συνέντευξη του 1968, η οποία είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Vogue. Η Σούλα, η οικονόμος του σπιτιού είχε μαζέψει παπαρούνες και αγιόκλιμα και είχε φτιάξει ένα μπουκέτο το οποίο του το πρόσφερε…C0042
-«Πρέπει να μπει στο βιβλίο όπως είναι, μου είπε. Είναι μια συνέντευξη που ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών τότε, εκείνη την εποχή που το Παρίσι έβραζε, κι έφερει πολύ κόσμο στη γκαλερί μου.»
Τη συνέντευξη την είχε πάρει η διεύθυνση του περιοδικού και είχε προκαλέσει για ένα μήνα όλο το φιλότεχνο Παρίσι…-«Αγαπητέ Ιόλα, όλοι συμφωνούν στο θαυμασμό για την επιτυχία σας. Σε τρία χρόνια, αφού κατακτήσατε τη Νέα Υόρκη και τη Γενεύη, εγκατασταθήκατε στο Παρίσι και όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «εγκατασταθήκατε», το κάνω για να τονίσω την έννοια της επιτυχίας και της καθιέρωσής σας. Ιόλα, θα επιθυμούσαμε να αποκαλύψετε τους λόγους της επιτυχίας σας. Μιλήστε μας για τη ζωή σας. Δεν ήσασταν πάντοτε έμπορος πινάκων;»
-«Όχι, ξεκίνησα με το χορό. Ω, η ζωή μου δεν ήταν απλή. Ντεμπουτάρησα στην Αμερική με τον Μπαλανσίν. Επέμενε πολύ να με κάνει να χορέψω στην «Τραβιάτα». Λατρεύω την «Τραβιάτα», ιδιαίτερα όταν διευθύνεται από τον Τοσκανίνι. Είναι το πιο ωραίο βαλς του κόσμου. Αλλά αρνήθηκα να ντυθώ με παλιά και αρχαία κοστούμια. Αηδίασα… Από την άλλη, δεν ήθελα να γίνω μέλος γκρουπ. Εγώ είμαι ανεξάρτητος. Παρ’ όλο τον θαυμασμό μου για τον Μπαλανσίν, έφυγα. Έγινε πυρ και μανία. Κατόπιν, πήγα στη Βραζιλία με την εγγονή του Προέδρου Ρούσβελτ, τη Θεοδώρα, για να δώσω ρεσιτάλ χορού. Μετά έγινα σύμβουλος του μαρκησίου Ντε Κουέβας, γνώρισα τον Στραβίνσκι…»
-«Τον Στραβίνσκι;»
-«Τον λατρεύω τον Στραβίνσκι. Είναι πολύ φίλος μου. Είναι σε όλα εξαιρετικός. Γνώρισα επίσης τον Χάιντσμιθ, Ντάριους Μισό, Σογκέ, Πουλένκ. Έλαβα μέρος στο φεστιβάλ του Κουπρέν του Παρισιού όταν ήμουν σπουδαστής χορού. Ήταν το 1938. Ένιωθα υπέροχα διότι ήμουν πολύ νέος, μόλις είκοσι δύο ετών. Αλλά πάντα προτιμούσα να εργάζομαι μόνος.
Λοιπόν, είχα μια φίλη, τη δούκισσα Μαρία Ντε Γκραμόν και ένα βράδυ της είπα: «Δεν ανέχομαι πια το χορό όπως έγινε, με τις ίντριγκες και όλα αυτά. Δεν είναι πια χορός αυτό!». Με ρώτησε: «Τι μπορούμε να κάνουμε;» Κι εγώ της πρότεινα: «Να κάνουμε κάτι μαζί!». Κι έτσι άνοιξα μια γκαλερί μαζί της. Η γκαλερί αυτή ήταν ένα θαύμα. Η Μαρία, η φίλη μου, με οδήγησε στον Ρόμπερτ Ντε Ρότσιλντ, που αγόρασε αμέσως. Ήταν το 1944. Όλα πήγαιναν θαυμάσια. Δε γνώριζα απολύτως τίποτα. Πουλούσα Τσελίτσεφ, Dali… Ο Τσελίτσεφ ήταν αυτός που διακόσμησε τους τοίχους της γκαλερί στη Νέα Υόρκη…»
-«Υπάρχουν ακόμη οι τοίχοι αυτοί;»
-«Όχι, δυστυχώς! Δεν πλήρωσα το ενοίκιο και μ’ έδιωξαν…»
-«Υπάρχει κάτι το κοινό μεταξύ του χορού και του επαγγέλματος σας;»C0148
-«Για μένα, κάθε έκθεση είναι σαν πρεμιέρα μπαλέτου. Σκοτώνομαι, εκνευρίζομαι και περιμένω το κοινό για να κάνω μια παράσταση. Δε θεωρώ την γκαλερί εμπορικό επάγγελμα. Είναι ένα επάγγελμα καθαρά καλλιτεχνικό.
Μια έκθεση που κοσμείται από τον Yves Klein και τον Max Ernst είναι σαν μπαλέτο. Είναι ένα θέαμα στο οποίο οι θεατές είναι χορευτές και το ντεκόρ είναι από ζωγράφο. Εξάλλου, δεν είμαι έμπορος πινάκων μόνο για να πουλάω πίνακες. Οι συλλέκτες μου είναι φίλοι μου, φίλοι που ερωτεύονται ό, τι κάνω, ό, τι βλέπω. Πιστεύω πως έχω μια τεράστια δύναμη γοητείας.»
-«Έχετε σίγουρα μεγάλη δύναμη γοητείας.»
-«Τεράστια. Αλλά, εάν αισθανθώ ότι κάποιος δεν έχει σχέση με μένα, τον πετάω έξω… Δεν υπάρχουν «ευκαιρίες» σε μένα, δε δέχομαι παζάρεμα…»
-«Είναι κάτι σαν κι αυτό που έκανε ο Vollard. Αλλά ήταν ένα κόλπο για να πουλάει πιο ακριβά.»
-«Α, δεν το γνωρίζω.»
-«Ναι, ο Vollard έδιωχνε ευγενικά όσους δεν του άρεσαν.»
-«Εγώ έδιωξα μεγάλους συλλέκτες της Αμερικής. Ένας από το Σικάγο μου είπε: «Μα έχω 78 Picasso!». Του είπα: «Μπορεί να έχετε 7.000 Picasso, δε με ενδιαφέρει…». Το όνομα του βέβαια δεν το αποκαλύπτω… Δεν έχει και σημασία… Για μένα το μόνο που μετρά είναι το πρόσωπο του ανθρώπου. Υπάρχει κάτι που με τραβάει στους ανθρώπους: η εμπιστοσύνη. Η υπόθεση της επιταγής είναι λεπτομέρεια, ενέργεια ταχυδακτυλουργού…»
-«Μα δε αγαπάτε το χρήμα;»
-«Το χρήμα… Τι είναι αυτό; Δεν το γνωρίζω. Το χρήμα… Α, ναι βέβαια. Μου χρειάζεται πολύ, αλλά χρήμα έχω. Άγχος δεν έχω.»
-«Ιόλα, ο χορός, η ζωγραφική, τα δολάρια, όλα αυτά σας φαίνονται καλά για να πολεμήσετε το άγχος σα;»
-«Δεν έχω τέτοιο πράγμα…»
-«Ιόλα, αφιερώνετε το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων σας στις γκαλερί σε σουρεαλιστικές μορφές έκφρασης.»
-«Ποτέ δεν είχα σουρεαλιστικό πίνακα. Πείτε μου ένα όνομα.»
-«Μax Ernst, Μagritte, Brauner ή Λεονόρ Φινί. Δεν μπορείτε να αρνηθείτε ότι τέσσερις σπουδαίοι ζωγράφοι της γκαλερί σας είναι σουρεαλιστές.»
-«Α, δεν είμαι της γνώμης σας. Είναι σαν να ρωτάτε ένα μαύρο αν είναι νέγρος. Γιατί; Είναι ένα ανθρώπινο ον. Και τον Πικάσο θα τον βαφτίζατε κυβιστή με την δικαιολογία ότι έκανε στο πανί τους πιο ωραίους κύβους στον κόσμο;»
-«Μήπως σκέφτεστε να αρνηθείτε τον Σουρεαλισμό;»
-«Όχι, δεν αρνούμαι τον Σουρεαλισμό. Η πρώτη λέξη που είπε ο Αδάμ στην Εύα ήταν σουρεαλιστική. Βέβαια, αν θέλετε να μου βάλετε μια ετικέτα, αποκαλέστε με σουρεαλιστή. Αχ, αυτή η μανία να ετικετάρετε τα πάντα. Ως και στην Αμερική υπέφερα από αυτό. Ξέρετε, είμαι τόσο απορροφημένος με ό, τι κάνω, που δεν μπορώ να ορίσω τίποτα για τον εαυτό μου.»
-«Δηλαδή, κατά τα λεγόμενά σας, ένας έμπορος δεν πρέπει να ανήκει σε μια τάση, να την υπερασπίζεται;»
-«Δε γνωρίζω αρκετούς εμπόρους για να ξέρω πως λειτουργούν, πως σκέπτονται. Εγώ ελκύομαι, για παράδειγμα, από τον δικό σας, τον Κlimt. Είναι ένας ζωγράφος που είχα λατρέψει κάποτε. Αλλά δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες. Τις κατατάξεις… Δεν υπερασπίζω ζωγράφους. Παραδείγματος χάρη, αγαπώ τον Αισχύλο. Εάν θεωρείτε τον Αισχύλο σουρεαλιστή, τότε λέγετέ με σουρεαλιστή και την γκαλερί μου σουρεαλιστική…»C0125
-«Πόσο καιρό παρέμεινε ανοιχτή η πρώτη σας γκαλερί στη Νέα Υόρκη;»
-«Ω, διάρκεσε… μα δε θυμάμαι πόσο ακριβώς. Είχα δύο δολάρια στην αρχή…»
-«Είναι αρκετά για να αποκτήσετε μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη;»
-«Δε γνωρίζω. Ευτυχώς έχω ένα κουνιάδο, θαυμάσιο άνθρωπο, τον Άρθουρ Στάιφελ, που μου έχει πολλή εμπιστοσύνη. Του ζητώ εκατομμύρια δολάρια και μου τα δίνει έτσι. Μου δίνει μια επιταγή και πόσα μηδενικά έχει δε γνωρίζω..»
-«Γιατί την γκαλερί σας στο Παρίσι, που μόλις πήρατε, δε γνωρίζετε τίποτα;»
-«Δε γνωρίζω, δεν είμαι αυτός που έχει τα χρήματα. Όταν έχω χρήματα, αγοράζω έργα… Θα ήθελα πολύ να αγοράσω έναν Κlimt… Είμαι έτοιμος να αγοράσω έναν…»
-«Ποιος ήταν ο πρώτος ζωγράφος με τον οποίο συνεργαστήκατε; Ο πρώτος που υπερασπίσατε;»
-«Δε μπόρεσα να συνεργαστώ με κανένα ζωγράφο. Να υπερασπιστώ ένα ζωγράφο; Δεν είμαι έμπορος πινάκων…»
-«Γιατί αποκηρύσσετε τόσο πολύ το επάγγελμά του εμπόρου; Ο έμπορος είναι ένα αξιοσέβαστο επάγγελμα…»
-«Δεν το αποκηρύσσω καθόλου. Έχω άγνοια…»
-«Άγνοια τίνος, Ιόλα; Οικονομικά προβλήματα; Αγοράζετε ένα πίνακα και τον πουλάτε με κάποιο κέρδος. Τίποτα πιο φυσικό…»
-«Όχι δεν αγοράζω ποτέ ένα πίνακα. Μπορεί ένας από τους πίνακές μου να αξίζει σήμερα π.χ. 150.000 δολάρια, μπορεί επίσης να μου κόστισε 2.000 φράγκα ή 10.000 φράγκα… Δεν έχει καμία σημασία. Όταν βλέπω ένα πίνακα ξέρω ότι αξίζει τόσα. Δηλαδή ότι εγώ θα πλήρωνα τόσα. Διότι γνωρίζω ότι αυτό που αγαπώ αξίζει τόσα.
Όταν αγοράζω ένα πίνακα του Wols 300 δολάρια και τον πούλησα 150.000 δολάρια, δεν κοίταξα την τιμή στην οποία τον αγόρασα. Όταν τον πήρα, ήξερα ότι ήταν ένας πίνακας που άξιζε 150.000 δολάρια. Είναι πολύ απλό. Δεν εξετάζω την τιμή αγοράς και πωλήσεως. Κοιτάζω την ουσιαστική αξία ενός πράγματος.C0036
Όταν κοιτάζω π.χ. έναν Κlimt, συμπληρώνω μια επιταγή αμέσως. Είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο…»
-«Ιόλα, είστε πολύ σίγουρος για τον εαυτό σας. Ανάλογη εντύπωση σπάνια σχηματίζουμε για όσους ασκούν το επάγγελμά σας. Αλλά δεν σας φαίνεται ότι το πάθος για χρήμα είναι αναμενόμενο σε έναν συλλέκτη, ο οποίος πάντοτε φιλοδοξεί να αγοράζει έργα; Εάν συμφωνείτε με την άποψη αυτή, τότε γιατί ανακαλείτε;»
-«Μα δεν ανακαλώ καθόλου. Εγώ βρίσκω ότι η υπόθεση του χρήματος δεν έχει καμία σχέση με εμένα. Έχω ανάγκη το χρήμα, διότι λατρεύω να το μετατρέπω σε διάφορα πράγματα: πολύτιμους λίθους, αντίκες, χειρόγραφα, οτιδήποτε θέλετε στον κόσμο… Το χρήμα είναι η μαγική ράβδος που μου δίνει ό, τι αγαπώ. Ό, τι επιθύμησα στη ζωή μου, το έχω. Χωρίς να σκεφτώ. Το χρήμα δεν είναι κάτι που με κάνει να σκέφτομαι…»
-«Ποιος ήταν ο πρώτος πίνακας για εσάς;»
-«Η πρώτη φορά που είδα –με την ουσιαστική έννοια του «βλέπω»- έναν πίνακα σε μια γκαλερί στο Παρίσι, του De Chirico. Έπαθα τότε σοκ, κι αυτό με οδήγησε στην ζωγραφική. Είδα ένα πίνακα και όλη η ζωή μου άλλαξε. Πρέπει να πω ότι χρωστάω τα πάντα στο ζωγράφο αυτό…»
-«Παρ’ όλες τις ατέλειές του;»
-«Παρ’ όλες τις ατέλειές του… Είναι φίλος μου και αισθάνομαι πλήρη ευτυχία μαζί του.»
-«Τι λέτε για το πρόβλημα των πλαστών του De Chirico; Μερικοί βεβαιώνουν ότι τους ξαναφτιάχνει ο ίδιος από το 1915…»
-«Μα τι θαύμα! Να ξανακάνεις την αιωνιότητα! Ξανακάνει την αιωνιότητα. Είναι ο μεγαλύτερος και δημοφιλέστερος καλλιτέχνης. Ξανακάνει έργα της «σειράς», αλλά είναι θαυμάσιος…»
-«Έχετε πέντε ή έξι ζωγράφους συνδεδεμένους με την γκαλερί σας, μεγάλους ζωγράφους. Πως συνεργάζεστε μαζί τους, με συμβόλαια;»
-«Με τους νέους μου ζωγράφους έχω συμβόλαια αποκλειστικότητας. Με τους άλλους τίποτα. Με τους Μagritte, Μax Ernst, Fernandez, Μatta, Brauner συνεργάζομαι φιλικά. Μ’ εμπιστεύονται, δεν έχω κανένα χαρτί μαζί τους. Είχα στην αρχή…τώρα δεν έχω τίποτα..»
-«Πηγαίνετε στον ζωγράφο και έχετε την πρώτη άποψη;»
-«Δεν ξέρω τη σημαίνει πρώτη άποψη. Έχω μια αιώνια άποψη. Όταν βλέπω έναν πίνακα του Magritte ή του Μax Ernst, η ιδέα να κοιμηθώ ένα βράδυ με τον πίνακα αυτό, είναι αρκετή.»
-«Υποφέρετε στη ιδέα να πουλήσετε ένα πίνακα;»
-«Όχι δεν υποφέρω. Ειλικρινά δεν είμαι τόσο εγωιστής, όχι.»
-«Αδιαφορείτε για το ότι θα γεράσετε;»
-«Δε θα γεράσω ποτέ. Αυτή τη στιγμή ετοιμάζω την έκθεση ενός νέου δεκαεφτά ετών, του Raysse. Είμαι λοιπόν τόσο νέος όσο και αυτός.»
-«Δεν σας απασχολεί ο θάνατος;»
-«Διόλου, διότι ο θάνατος είναι ζωή. Αυτή είναι η κλασική μου διάπλαση.»
-«Είστε θρήσκος;»
-«Ό, τι πιο θρήσκο… Ορθόδοξος ως επί το πλείστον.»
-«Ποιοι είναι οι νέοι σας ζωγράφοι;»
-«Είναι οι Τάκης, Niki de Saint Phalle, Martial Raysse. Πρέπει να πω ότι οι καλλιτέχνες μου είναι υπέροχοι. Δεν είναι ρεαλιστές που παρασύρονται από μάταιη πολυτέλεια. Τους λατρεύω.»
-«Πως ζουν;»
-«Τους δίνω ένα… Ένα ετήσιο…»
-«Και μ’ αυτό το ετήσιο υποχρεούνται να σας δίνουν έναν ορισμένο αριθμό πινάκων;»
-«Το αγνοώ. Ρωτήστε τη διαχειρίστριά μου. Αυτές οι λεπτομέρειες.»
-«Σε περίπτωση κρίσης θα καταστρεφόσασταν για τους ζωγράφους σας;»
-«Α, από τότε που ασκώ το επάγγελμα αυτό μιλούν για κρίση που θα γίνει το επόμενο έτος. Δε γνώρισα ποτέ αυτήν την κυρία προσωπικά. Πως είναι; Ξανθιά, μελαχρινή, κοκκινομάλλα, τι είδος; Τη γνωρίσατε;»
-«Πως πουλάτε έναν πίνακα;»
-«Μα, εγώ ποτέ δεν πουλάω ένα πίνακα. Κάνω τους ανθρώπους να ερωτεύονται τον πίνακα που αγαπώ.»
-«Δε θα παραχωρούσατε λίγη από τη γοητεία σας, που είναι μεγάλη, εάν ο κύριος που τον κάνατε να ερωτευτεί έναν πίνακα, σας τον επιστρέψει λίγο αργότερα απογοητευμένος από τον έρωτά του; Θα τον ξαναπαίρνατε πίσω;»
-«Προσφέρομαι να τον πάρω πίσω αμέσως. Αλλά όταν ο κύριος το ακούει αυτό, τον ερωτεύεται περισσότερο. Τελευταία, μου συνέβη αυτό με τον μεγαλύτερο ζωγράφο της γκαλερί μου. Ένας αγοραστής επέστρεψε, για να μου πει ότι οι φίλοι του ισχυρίζονταν ότι πλήρωσε ένα τρελό ποσό για τον ζωγράφο αυτό. Του είπα να μου επιστρέψει αμέσως τον πίνακα και θα του δώσω και 30% επιπλέον.»
-«Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σας;»
-«Η μόρφωσή μου. Έχω ελληνική μόρφωση. Γνωρίζω την αρχαία ελληνική. Όταν επιστρέφω στο σπίτι μου για τρείς μήνες το καλοκαίρι, διαβάζω ελληνικά, πράγμα πολύ σημαντικό για μένα. Τον Αισχύλο, τον Πίνδαρο, τον Πλάτωνα… Τους ξαναβρίσκω… Λατρεύω όμως επίσης και Γερμανούς ποιητές.»
-«Δηλαδή το επάγγελμα που κάνετε σας επιτρέπει να διαβάζετε, σας επιτρέπει να παίρνεται τα πράγματα που σας είναι απαραίτητα, να ζείτε σαν ένας «σατράπης»… Σας αρέσει να ζείτε έτσι;»
-«Ναι, σαν ημίθεος…»
-«Τι λέτε για τον σνομπισμό;»
-«Είμαι τελείως υπέρ του σνομπισμού. Νομίζω ότι όλοι οι φίλοι μου έχουν κάτι το θείο από το οποίο ελκύομαι. Έχουν κάτι από μένα, κάτι που πάει στην κουλτούρα μου. Λατρεύω τα όντα που έχουν έξοχες, θεϊκές ιδιότητες. Ονομάστε το σνομπισμό. Μισώ την café- society, πότε δεν εντάχτηκα σ’ αυτήν.
Είναι μια βλακεία και γι’ αυτό μπορεί να γίνω κομμουνιστής. Μόνο τα όντα που είναι προικισμένα με ποιητική αίσθηση, είναι οι φίλοι μου, ζω με αυτούς διότι φέρνουν την ποίηση στον κόσμο. Αυτό που θέλω στη ζωή, εφόσον δε θέλω πια να χορεύω, είναι να φέρνω την ποίηση με τους πίνακές μου. Δεν είναι σκοπός μου να κερδίζω χρήματα. Πιστεύω στην επικράτηση του πνεύματος, είμαι Έλληνας από την Αλεξάνδρεια, είμαι αριστοκράτης.»
-«Γνωρίζετε, όπως κι εγώ, ότι τους περασμένους αιώνες δεν υπήρχαν έμποροι πινάκων, εκτός εξαιρέσεων όπως ο Γκερσέν, που ήταν μάλλον έμπορος ευτελών πραγμάτων πουλώντας Βατό της ευκαιρίας, ή όπως ο Λεμπρίν που πουλώντας πίνακες της κουνιάδας του.
– Σε τι αποδίδετε το γεγονός ότι κάποτε οι ερασιτέχνες περνιόντουσαν για έμποροι πινάκων, ενώ σήμερα οι συλλέκτες θεωρούν αναγκαίο να υπάρχει ένας μεσάζων μεταξύ του έργου και του πάθους τους;»
-«Ειλικρινά δε μπορώ να σας απαντήσω… Δε γνωρίζω…»
-«Μήπως επειδή οι σύγχρονοι μας έχουν λιγότερη εμπιστοσύνη στο κριτήριό τους και φοβούνται τον εαυτό τους; Μήπως γίνεται λοιπόν αναγκαίο κάποιος πιο καλλιεργημένος να τους πει τι πρέπει να κάνουν;»
-«Εάν είναι αυτός ο ρόλος μου, είμαι ευτυχής. Το δέχομαι αυτό σαν πεπρωμένο.»
-«Συμβουλεύετε τους ζωγράφους σας στο τεχνικό σχέδιο;»
-«Ειλικρινά, όχι. Προφανώς, με τους νέους ζωγράφους υπάρχουν πολλά προβλήματα. Προσελκύονται από την αποκάλυψη, αλλά δεν τους δίνω συμβουλές. Προσπαθώ να πάρω λίγη από την αγωνία που έχουν…»
-«Είναι αγχώδεις;»
-«Ναι, διότι ζουν σε μια εποχή θαυμάσια, αλλά αγχώδη…»
-«Κι εσείς;»
-«Κι εγώ είμαι πολύ αγχώδης…»
-«Τι έχετε να πείτε για το ίδρυμα Maecht;»
-«Δεν έχω τίποτα να πω. Ό, τι και να είναι, εάν δίνει κάτι στο κοινό, είναι καλό.»
-«Σκέφτεστε να δώσετε κάποια μέρα στο κοινό λίγο ιολικό κόσμο σας;»
-«Δεν έχω ιολικό κόσμο. Αλλά θα ήθελα να μαζέψω μερικούς πίνακες να τους δώσω στη χώρα μου. Διότι εάν είμαι όλος Αμερικάνος –εκεί έμαθα τα πάντα-, είμαι επίσης και Έλληνας, και ξέρω ότι η πατρίδα μου δεν έχει δυνατότητες. Θέλω να το κάνω. Έχω δώσει το λόγο μου.»
-«Τι σκέφτεστε για την σύγχυση που επικρατεί στον τομέα των πινάκων εδώ και είκοσι πέντε χρόνιά; Αυτή η δίψα των νέων καλλιτεχνών να δημιουργούν χωρίς παύση κάτι νέο. Ενώ τα ρομαντικά ή τα ιμπρεσιονιστικά κινήματα αναπτύσσονταν σε είκοσι χρόνια, σ’ αυτόν τον αιώνα όλα πάνε τόσο γρήγορα…»
-«Όχι τόσο γρήγορα όσο θα έπρεπε, δυστυχώς. Τα αεροπλάνα είναι τόσο αργά, είναι τα πιο αργοκίνητα πράγματα στον κόσμο, τα πιο ντεμοντέ. Ας μας δώσουν τη χαρά να μην έχουμε το χρόνο να κοιτάξουμε το ρολόι μας. Είναι σημαντικό να φτάνουν πιο γρήγορα ακόμη, και πιο γρήγορα, και ακόμα πιο γρήγορα στον προορισμό τους. Πρέπει και στον τομέα της τέχνης το καθετί να περνά ακόμη πιο γρήγορα. Δεν έχουμε πια ανάγκη τους αιώνες, αλλά τα δευτερόλεπτα. Οι αιώνες δεν πρέπει να υπάρχουν πια, δε λογαριάζονται παρά μόνο τα δευτερόλεπτα. Η τέχνη- δευτερόλεπτο είναι η τέχνη του σήμερα.»
-«Η ταχύτητα είναι ένα μέσο για να καταπολεμάτε το άγχος σας;»
-«Απολύτως. Μόνο στην Ελλάδα μπορώ να μείνω για πολύ καιρό. Στο Παρίσι ύστερα από τέσσερις μέρες θέλω να φύγω. Στην Ελλάδα τα ξεχνάω όλα: τις γκαλερί, τους καλλιτέχνες, τους πίνακες. Στην Ελλάδα, ξαναγίνομαι ανθρώπινο ον και διαβάζω σαν μικρός μαθητής. Το άγχος μου φεύγει.»
-«Γιατί οι γυναίκες στον τομέα της καλλιτεχνικής δημιουργίας έχουν μικρότερο έργο;»
-«Είναι η γοητεία τους. Ας μείνουν λιγότερες.»
-«Για σας η Λεονόρ Φινί, η Niki de Saint Phalle είναι υποδεέστερες;»
-«Είναι gestalte. Ελληνικά, θα έλεγα «σύμβολα»…»
-«Σύμβολα που καλμάρουν το άγχος μας και μας δίνουν ζωή. Δεν είναι αυτό το καλύτερο που κάνουν τα παιδιά; Αγαπάτε τα παιδιά;»
-«Διόλου.»
-«Η ιδέα του γάμου;»
-«Είμαι απολύτως ενάντιος. Είδα το γάμο του πατέρα μου και της μητέρας μου. Ήταν το πιο καταπληκτικό πράγμα που θα μπορούσε να γίνει. Τη μητέρα μου τη λέγανε Περσεφόνη. Συνάντησε τον πατέρα μου. Τον λέγανε Αντρέα, αλλά ήταν άλλης τάξης. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν πολύ εύπορη στην Αίγυπτο. Ο πατέρας μου ήταν πολύ όμορφος και η μητέρα μου τον ερωτεύτηκε αμέσως. Μόλις τον είδε λιποθύμησε. Η οικογένειά της δεν ήθελε αυτό το γάμο βεβαίως. Αλλά όταν είδαν το κορίτσι τους στο χείλος του τάφου από τη στεναχώρια της, έκαναν ένα κρυφό γάμο, έτσι, χωρίς κόσμο. Οι γυναίκες λοιπόν, μια και με ρωτήσατε πριν, πιστεύω ότι είναι θαυμάσιες, καταπληκτικές…»
-«Καταπληκτικές. Εκτός απ’ όταν ζωγραφίζουν…»
-«Εκεί είναι άλλο πράγμα. Είναι πολύ σοβαρές και τις θαυμάζω πολύ. Προσπαθούν να ξεφύγουν από τη θηλυκότητά τους…»
-«Υπάρχει κάποιο κοινό σημείο ανάμεσα σε εσάς και στην Niki de Saint Phalle, που εκδηλώνει πότε- πότε μια σφοδρή δειλία κατά των αντρών και μια κάποια περιφρόνηση για τις γυναίκες;»
-«Περιφρόνηση; Διόλου. Εγώ νιώθω βαθύ θαυμασμό.»
-«Θαυμασμό ναι, αλλά επιφυλακτικό…»
-«Πείτε μετρημένο. Αγάπησα πάρα πολύ τη μητέρα μου και δεν περιφρονώ τις γυναίκες. Οι γυναίκες δημιουργοί; Είναι μάλλον μεγάλες εμπνεύστριες. Λατρεύω την κρίση του Μεγάλου Αλεξάνδρου για τη γυναίκα: «ουσιαστική και ανύπαρκτη»…»
-«Είστε πολύ παθιασμένος;»
-«Υπερ- παθιασμένος.»
-«Ερωτευτήκατε πολλές φορές;»
-«Ερωτεύομαι κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο.»
-«Ας γυρίσουμε στην μητέρα σας…»
-«Είχε πολύ τακτ… Ήταν μια γυναίκα ερωτευμένη, ψεύτρα και πολύ ερωτιάρα. Έμαθα απ’ αυτή πολλά πράγματα.»
-«Τι εικόνα για την αγάπη σας έδωσε;»
-«Συγκινούσε όλους τους άντρες.»
-«Ζηλεύατε;»
-«Διόλου. Έπαιρνα μαθήματα…»
-«Δε ζηλέψατε ποτέ στη ζωή σας;»
-«Διόλου. Δεν υπάρχει αυτό για μένα. Δίνεις και παίρνεις. Ο έρωτας είναι μια κρυφή σελίδα, μια εξαίσια γραφή που διαφέρει σε κάθε άνθρωπο. Στον έρωτα, κάθε φορά είναι ξεχωριστή. Δεν πιστεύω στην εμπειρία. Κάθε φορά είμαι παρθένος, δε γνωρίζω τίποτα για τη ζωή.»
-«Οι άνθρωποι που περνάνε από τη ζωή σας έχουν κάποια σημασία;»
-«Πολύ μεγάλη.»
-«Είστε περίεργος;»
-«Όχι δεν είμαι.»
-«Όμως πηγαίνετε στα μέντιουμ…»
-«Είναι μια παρηγοριά…»
-«Για να γιατρέψετε το άγχος σας; Πόσο σημαντικό είναι αυτό το άγχος;»
-«Υπερ- σημαντικό…»
-«Στη αρχή όμως της συζήτησης μου είπατε ότι δεν έχετε άγχος…»
-«Προ ολίγου ήταν έτσι, τώρα είναι άλλο. Εγώ είμαι ανοιχτός, χωρίς καμιά προστασία. Η ζωή είναι που σου τα φέρνει όλα και σου τα παίρνει όλα. Όλα μου δόθηκαν από το Θεό. Όλα μου δόθηκαν.»
-«Αυτή τη στιγμή πως αισθάνεστε;»
-«Αιώνιος. Αιγύπτιος.»
-«Μόλις προ ολίγων λεπτών εκθειάζατε τον αρχαίο ελληνισμό, μετά δηλώνατε με πάθος ορθόδοξος και τώρα Αιγύπτιος. O παγανισμός για την ευχαρίστηση, η ορθοδοξία για την άφεση των αμαρτιών σας, οι παλιές αιγυπτιακές δοξασίες για επιβίωση…»
-«Αιγύπτιος. Είναι όλα εκεί. Η ζωή; Δεν υπάρχει ζωή. Ο θάνατος; Δεν υπάρχει θάνατος. Εκεί είναι όλα…»
-«Είστε ευτυχισμένος στην Αίγυπτο;»
-«Όχι, αλλά είμαι εκεί τοποθετημένος. Ευτυχισμένος δεν είμαι παρά μόνο στην Ελλάδα. Στο σπίτι μου, που είναι χτισμένο στα χωράφια που ανήκουν στον πατέρα μου. Είναι έξοχο.»
-«Λοιπόν, μιλήσαμε πολύ, και μέσω της ειλικρίνειας των προθέσεών σας αλλά και αυτών των αποσιωπήσεων σας, σας γνωρίζουμε καλά, αγαπητέ Ιόλα. Υπάρχει όμως ένα σημείο που με ενόχλησε λίγο: είναι η συνεχής άρνησή σας να σας θεωρούν έμπορο πινάκων.»
-«Θεωρώ το επάγγελμά μου ως το ωραιότερο. Εξάλλου δε θα μπορούσα να κάνω άλλο πράγμα. Έχω ένα υπερ- σνομπισμό για αυτό που κάνω. Βαφτίστε με έμπορο πινάκων αν θέλετε. Αλλά αυτός ο χαρακτηρισμός αγγίζει την αγάπη μου για τα πράγματα. Διαφορετικά θα θυμώσω μαζί σας. Θεωρώ ότι είμαι ο καλύτερος άνθρωπος στη γη, διότι περιτριγυρίζομαι από καλλιτέχνες, ποιητές και αυτό είναι θαυμάσιο. Εάν όμως μου μιλάτε για χρήμα, τότε σας λέω ότι εάν ένας τραπεζίτης κερδίζει δέκα εκατομμύρια, εγώ έχω δικαίωμα να κερδίζω εκατό εκατομμύρια, διότι κάνω το πιο όμορφο επάγγελμα στον κόσμο.»
-«Δε νιώσατε λύπη που δε γίνατε δημιουργός, ίσος με τον Νιζίνσκι ή με θαυμάσιους ζωγράφους των οποίων τα έργα θαυμάζετε;»
-«Όχι, δεν το σκέφτηκα ποτέ αυτό. Δε γεννήθηκα ζωγράφος. Όμως αν θέλετε, μπορώ να σας πω ότι θα τραγουδούσα τη «Νόρμα» πολύ καλύτερα από την Κάλλας. Γι’ αυτό ναι, λυπάμαι δηλαδή που δεν είμαι η Σάρα Μπερνάρ.»
-«Αυτή η επιθυμία να είστε μαικήνας και όχι έμπορος δεν κρύβει αυτήν την ανέλπιδη φιλοδοξία;»
-«Όχι, διάλεξα να είμαι κοντά στους ζωγράφους, στους γλύπτες, διότι απολαμβάνω μια μεγάλη ευχαρίστηση. Όταν γνώρισα τον De Chirico, τον Μax Ernst, κατάλαβα ότι με το να ζεις δίπλα τους γίνεσαι μέρος τους. Κάθε φορά που βλέπω ένα πίνακα του Μax, είμαι ευτυχής που τον έκανε αυτός. Είναι μια συνέχεια της ζωής μου και λέω: «Η ζωή είναι ωραία!». Είναι τόσο ωραία αφού είμαι εκεί, ο πρώτος που βλέπει τον καινούργιο πίνακα, που τον παίρνει στα χέρια του.
Μετά έρχεται η επιταγή, έρχονται μηδενικά, περισσότερα μηδενικά, σύμφωνοι. Θα ήθελα να προσθέσω κιόλας εκατομμύρια μηδενικά πλάι. Αλλά δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα απ’ αυτό που μόλις είδα, τον Κlimt.»