Φίλοι και Φίλες Αιγυπτιώτες Έλληνες,

Είναι δύσκολη για μένα τούτη η ώρα, γιατί ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχω βρεθεί μπροστά σε ένα πνευματώδες κοινό. Και μόνο η καταγωγή σας, πρυποθέτει αυτήν την ανάταση. Θα μου επιτρέψετε να σας μιλήσω ειλικρινά..

Θα σας μιλήσω απόψε για ένα συμπατριώτη σας, ο οποίος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια στις 25 Μαρτίου του 1908. Τον Αλέξανδρο Ιόλα, Κωνσταντίνος Κουτσούδης ήταν το πατρικό του όνομα και ο οποίος από μικρό παιδί, στα 15 του, όταν γνώρισε τον Κωνσταντίνο Καβάφη, είδε ξαφνικά τον κόσμο να απλώνεται μπροστά του σαν κάμπος.

Οι συναντήσεις του με τον ποιητή ήταν αρκετές, ικανές να προσδιορίσουν το σημείο εκείνο, από το οποίο θα εκπορευόταν η πρωταρχική δύναμη, η κινητήριος δύναμη για την υπόλοιπη ζωή του.

Εδώ θα μείνω. Γιατί εδω; Μα από αυτό το σημείο έπρεπε να μοιράσει η ψυχή τα πράγματα στις δυνάμεις της. Να τις κατευθείνει μέσα από τα πράγματα. Έτσι θα πραγματοποιούσε το όνειρό του. Αυτή ήταν η πολιτική του αφού από μικρό παιδί, έμαθε να καθορίζει το όνειρο… το όριο του ονείρου, και το οποίο μόνος του θα συγκροτούσε.”Αρχιτέκτονας της ζωής σου μόνος σου γίνεσαι…” έλεγε.

Μία συμβουλή δεν ξέχασε ποτέ ο Αλέξανδρος Ιόλας, από τα χείλη του Κωνσταντίνου Καβάφη: “Η ζωή της ψυχής, πρέπει να διατηρεί την ενότητά της”.

Από τότε, ο μικρός Αλέξανδρος Ιόλας άρχισε να διαμορφώνεται και να δίνει στην ψυχική του ζωή, μορφή: πλούσιος σε δυνάμεις πνευματικές, χωρίς να θυσιάσει καμία ηδονή. Αυτή ήταν η αρετή της πολυπραγμωσύνης του, της πολυμορφίας του: “Να είσαι ωραίος μέσα από την τάξη της πολυμορφίας σου” του άρεσε να επαναλαμβάνει.

Η γνώση μου για τον Αλέξανδρο Ιόλα έχει αναγκαστικά τον χαρακτήρα της προβληματικής. Έχει το χαρακτήρα της προσωπικής ομολογίας. 27 χρόνια από το θανατό του, προσπαθώ να βρώ την λύση στον γρίφο: Αλέξανδρος Ιόλας. Μια λύση προσωπική που ισχύει μονάχα για τoν ίδιο τον λύτη.

Το ιδεατό σημείο για να κρίνεις μία προσωπικότητα, ιδίως όταν προέρχεται από τον χώρο της Τέχνης, είναι εκείνο το σημείο, από το οποίο μπορεί κάθε άτομο, να αποδώσει το μέγιστο της πνευματικής του δημιουργίας ή ενέργειας.

Δεκαπέντε ετών ο Αλέξανδρος Ιόλας συνδέεται πνευματικά με τον κύπριο ποιητή και καθηγητή του στο Λύκειο Γλαύκο Αλιθέρση, αλλά και τον ποιητή Νίκο Νικολαϊδη, ιδιαίτερα, ο οποίος θα τον γνωρίσει στον Κωνσταντίνο Καβάφη.
C0020Ήταν τόσο μικρός που επειδή απαγορευόταν η διέλευση των φαντάρων και των ανηλίκων στο πολεοδομικό κομματι που ονομαζόταν “Μασαλία”, -όπου ήταν τα πορνεία και το σπίτι του Καβάφη,- τον σκέπασαν με τις καπαρτίνες τους, όταν τον επισκέφθηκαν για πρώτη φορά στο σπίτι του. Του χάρισε εκεί στην πρώτη τους συνάντηση, ένα ποίημα: τον “Κεσαρίωνα”, γραμμένο σε ένα από αυτά τα χαρτάκια, που έγραφε τα ποιήματα του ο Αλεξανδρινός ποιητής και τα χάριζε στους φίλους του.

Οι συναντήσεις τους από τότε έγιναν πιό συχνές. Τα πρώτα μαθήματα αρχοντικής σεμνότητας που πήρε ο Αλέξανδρος Ιόλας, ήταν από τον Κωνσταντίνο Καβάφη.

Έπρεπε να διαλέξει… Στα 17 του χρόνια, έπρεπε να θυσιάσει ότι δεν ήθελε: την μητραρχική οικογένεια, τον οικογενειακό προσανατολισμό στα βαμβάκια, μιάς και ο πατέρας του Κωνσταντίνος Κουτσούδης, ο οποίος ήταν μεγαλέμπορος βαμβακιού, γι’ αυτό τον προόριζε: να γίνει ένας κλασιφικατέρ μεγαλέμπορος στα βαμβάκια της καλύτερης ποιότητας, στην Άνω Αίγυπτο.

Η αρετή της πολιτικής της ψυχής είναι η δύναμη της θυσίας. Έπρεπε να φύγει από την Αλεξάνδρεια. Το όνειρό του ήταν να έρθει στην Ελλάδα, η οποία γέννησε τον μεγαλύτερο πολιτισμό της γης. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καβάφης τον παρότρυνε: “Να φύγεις αν η ψυχή σου είναι εκεί… θα σου δώσω εγώ συστατικές επιστολές να σε δεχτούν κοντά τους,ο Άγγελος Σικελιανός, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος και ο Κωστής Παλαμάς…” … κι ας μην τα πήγαινε καλά μαζί του ο αλεξανδρινός ποιητής.

Η θυσία να εγκαταλείψει την πατρική εστία δεν έγινε τυχαία. Ορίστηκε από τον νόμο, κατά τον οποίο το σημείο αυτό πρέπει να γίνει το σημείο συγκέντρωσης της ίδιας του της ζωής. Από το σημείο αυτό άρχιζε η ελευθερία του, από το σημείο αυτό άρχιζε ο μεγάλος γύρος της γης.

Μετά την γνωριμία με τον Αλεξανδρινό ποιητή, ένα φίδι τον έτρωγε μέσα του. Έπρεπε να επεκταθεί ως εκεί όπου θα έδινε τη μεγαλύτερή της επίδοση της η πνευματική του δραστηριότητα. Με άλλα λόγια, έπρεπε να φύγει,, Έπρεπε να ανοίξει τα φτερά του…

Έπρεπε να γνωρίσει το πραγματικό πνεύμα, εκείνο το οποίο κάθε φορά, με τις λίγες του δυνάμεις,τείνει να ξεπεράσει τα όρια τα δικά του και της εποχής του, φτάνοντας έτσι στο υψηλότερο σημείο της δημιουργικότητάς του.
Αυτός είναι και ο αιώνιος έρωτας της ιδέας που έμαθε από τους ποιητές: τον Γλαύκο Αλιθέρση, τον Νίκο Νικολαϊδη, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Δημήτρη Μητροπουλο, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κωστή Παλαμά.

Και ήταν μόλις 17 χρονών.!!! Αυτός ο αιώνιος έρωτας έγινε η πανοπλία του, γιατί πίστευε ήδη από μικρός ότι: “η ελάχιστη πραγμάτωσή του θα μπορούσε να είναι και η έσχατη δικαιοσύνη του ανθρώπου σε τούτο τον κόσμο..”. Ερωτευμένος με τις Ιδέες, με το Πνεύμα, με τη Δημιουργία, με την Τέχνη… Τι άλλο ήθελε; Αισθανόταν το ίδιο με τον πρόγονο του που θαύμαζε τον Μέγα Αλέξανδρο, για τον οποίο χρόνια μετα την γνωριμία μας, θα μου αποκαλύψει οτι το όνομα του το πήρε απο τον Ιόλλα, τον φίλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και βασιλικού οινοχόου, ο οποίος λέγεται οτι τον δηλητηρίασε…

Από εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν μπορούσε να εμποδίσει τον Αλέξανδρο Ιόλα. Από μικρός έμαθε οτι η πραγματικότητα μέσα στην οποία ζεί το πνεύμα, είναι γεμάτη συγκλονιστικές δοκιμασίες. Αυτή την πραγματικότητα άρχισε να αντικρίζει από τα πρώτα του βήματα… έως το ΄τελος της ζωής του ιδιαίτερα…

Όπλα του: να αντιτάξει σ΄αυτήν την συγκλονιστική δοκιμασία, η διαύγεια του Απολλώνιου λόγου του . Το πάθος του για την κλασσική ιδέα του καλού και αγαθού, στην οποία τον μύησε ο Άγγελος Σικελιανός, και που ήταν το χρυσό μέτρο με το οποίο θα μετρούσε το πνεύμα του, κάθε φορά που οι επιλογές του θα όριζαν τον χρόνο του και την εποχή του.

Εξαιρετικός πιανίστας. Από τους άριστους μαθητές του Δημήτρη Μητρόπουλου. Λάτρης της ποίησης. Δεν υπήρχε ποιητής που να μην είχε ξεσκονίσει. Λάτρης του Ελληνικού Πνεύματος, στο οποίο κυριαρχει το Απολλώνιο στοιχείο, το στοιχείο του μέτρου, της δικαιοσύνης, της καθολικότητας και της οικουμενικής καλλιέργειας. Και πως να μην ήταν λάτρης; Αφού οι δάσκαλοί του τον ενέπνευσαν και τον οδήγησαν στην κλασσική ανθρωπιστική παιδεία, η οποία οδηγεί αναγκαστικά στον σκοπό αυτό.

Έτσι, από πολύ νωρίς κατάλαβε ο Αλέξανδρος Ιόλας οτι θα αποκτήσει η ύπαρξή του σημασία και οι πράξεις του βάθος και δύναμη, μόνον αν είχε μέσα του αυτή την δύναμη της πίστης, η οποία οδηγεί στην απόλυτη βούληση.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας, έμαθε από πολύ νωρίς ότι σχεδόν πρέπει να είναι ερωτευμένος με ό, τι κι αν έκανε, γιατί μόνον τα δημιουργήματα, τα οποία προέρχονται από την πιό ωραία δύναμη της ανθρώπινης ψυχής, την δύναμη του έρωτα, θα μείνουν για πάντα: “Θέλω να ζήσω σε ένα κόσμο όχι από αδυναμία και από άπνοια, πιστό και ήσυχο αλλά να ζήσω σε έναν κόσμο πιστό και σταθερό από την δύναμή του έρωτά του…” έγραφε σε μία προσωπική επιστολή στον αγαπημένο του Αντρέ Μουργκ, το1964.

Σε μία έξαρσή του, στους δρόμους του παρισιού, τον Νοέμβριο του 1985, θα μου πει: “Πρέπει να ματώσεις για να δημιουργήσεις το έργο που σε άλλους θα δώσει την ευτυχία και την λύτρωση.”
-”Ώστε ο πόνος είναι πηγή δημιουργίας:” τον είχα ρωτήσει.
-”Ναι. Γιατί στον κόσμο πιο συχνά πονάς παρά χαίρεσαι… Αλλά έτσι είναι.. Είναι πιό έυκολος ο πόνος από τη χαρά… Δεκτά και τα δύο… Μην τα φοβάσαι… Ούτε τον πόνο, ούτε τη χαρά. Μονάχα εκείνες τις νεκρές ώρες να φοβάσαι, όπου δεν θα έχεις τη δύναμη ούτε να πονέσεις, ούτε να χαρείς.”
“Η μόνη χαρά, είναι η χαρά της δημιουργίας” μου έλεγε συχνά αλλά μου πήρε καιρό να το καταλάβω, ότι την χαρά και τον πόνο και τα διαλέγουμε και τα δημιουργούμε για τον εαυτό μας.C0039

Στους δίσεκτους καιρούς, όταν ο άνθρωπος του πνεύματος και της τέχνης είναι ανήμπορος να αλλάξει την κοίτη του μοιραίου, έχει ανάγκη την γαλήνη της απόστασης από την τύρβη της αγοράς, προκειμένου να διασώσει το πνεύμα του. Αυτό, ήταν ένα αιώνιο μυστικό, το οποίο έμαθε στα ατελιέ της έμπνευσης των μεγαλύτερων δημιουργών του 20ου αιώνα.

Κι όμως ισορροπούσε και μέσα στην τύρβη της αγοράς, αφού σχεδόν την καθόριζε. Έμαθε όμως πως την ώρα που τίποτα δεν μπορείς να περιμένεις από τον έξω κόσμο, τότε συγκεντρώνεσαι στον εαυτό σου και με όπλο σου την στωική αυτάρκεια, να διατηρείς στις χειρότερες συνθήκες τον εαυτό σου και τον ρυθμό της υπαρξής σου.

“Προσπάθησα να διαφυλάξω τον χώρο της δημιουργικής μου μοναξιάς απόρθητο..” θα μου πει σε ανύποπτο χρόνο για να αντιληφθώ οτι μόνον έτσι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντελώς στη ζωή του.

Έχοντας γράψει πολλές φορές για την πολυδιάστατη και ανεκτίμητη προσφορά του Αλέξανδρου Ιόλα στον διεθνή χώρο της Τέχνης, και μάλιστα στην πιό καίρια για την εξέλιξή της, εποχή του 20ου αιώνα και την αισθητική της, αισθάνομαι την ανάγκη απόψε να σταθώ στην ανθρώπινη υπόσταση του Αλεξανδρινού μαικήνα.

Χαρισματική στο έπακρον προσωπικότητα, σε σημείο που δεν συναντάει πια κανείς στους ευτελείς και εξευτελισμένους καιρούς που διανύουμε, αφού ο ίδιος ήταν ένα έργο τέχνης.
Μία “δημιουργία” που ενστικτωδώς και ιδιοσυγκρασιακά όχι επίκτητα και επιτιδευμένα, ζούσε ο ίδιος, εκινείτο και ανέπνεε ακόμη με τον ρυθμό, τον παλμό και τον σφυγμό της τέχνης και αυτό γιατί ήταν απαράμιλλος μαέστρος, ηθοποιός με την καλή έννοια του όρου, πνευματώδης και σπηνθηροβόλος, δεν έπλαθε απλώς αλλά επέβαλε μία ολόκληρη ατμόσφαιρα γύρω του. Μία ατμόσφαιρα ανεπανάληπτη και μοναδική που έφερε μέσα της κάτι το αυθεντικά Αλεξανδρινό, κάτι το ουσιώδες και με την δημιουργική έννοια του πολιτη του κοσμου , κατι το μεγαλειώδες… το κοσμογονικό!

Κατόρθωνε ο Αλέξανδρος Ιόλας , όχι μόνο το σπίτι-παλάτι της τέχνης όπου ζούσε και που εμείς στην Ελλάδα χάσαμε μία μοναδική ευκαρία να αποκτήσουμε ένα κατ’ εξοχήν μοναδικό στο είδος του μουσείο- αλλά και αποκλειστικά χάρη στις ίδιες δυνάμεις του να σε βγάζει από την καθημερινότητα. Να σε αποδεσμεύει από την πεπατημένη με όλα τα ανεπιθύμητα και τα αρνητικά, που αυτή συνεπάγεται.

Κατάφερνε να σε τροχιοδρομεί σε μία μοναδική σε δύναμη υποβολής πορεία. Πορεία που καταργούσε αμετάκλητα και αυτοδύναμα τα όρια του χώρου και του χρόνου.

Μία ευτυχισμένη στιγμή ήταν το κάθε λεπτό μαζί του. Ο ίδιος ξεχείλιζε από δίψα και όρεξη για τη ζωή και την δημιουργία. Έννοιες που θεωρούσε αναπόσπαστα συνδενεμένες μεταξύ τους.

Απόλυτα ενημερωμένος σε όλα τα τρέχοντα και στη διεθνή επικαιρότητα,-μιλούσε άλλωστε 7 γλώσσες- ήξερε πως να τα βλέπει συγχρόνως όλα και από μία άλλη σκοπιά, σύμφωνα με μία απαράμιλλη ‘εμφυτη φιλοσοφική διαίσθηση και διάθεση αλλά και ένα αλάθητο κριτήριο. Τοποθετώντας το καθετί στη σωστή του διάσταση, με τη βοήθεια και του ανεξάντλητου και πηγαίου χιούμορ που διέθετε, ο Ιόλας δεν κολούσε ποτέ στις λεπτομέρειες και στα ασήμαντα, κινούμενος και συμπεριφερόμενος σαν ένας μεγάλος αριστοκράτης, ήταν πάνω απ’ όλα γενναιόδωρος και συγχρόνως τρομερά ευαίσθητος, σαν μικρό παιδί. Ή καλύτερα, έιχε το προσόν και την αρετή να έχει διαφυλάξει μέσα του την πραγματική αλάθητη ευαισθησία ενός μικρού παιδιού, και όχι την άλλη, την επίκτητη, δήθεν ευαισθησία που μάλλον σαν υποκρισία πρέπει να χαρακτηρίζεται.

Με μιά του ματιά, τοποθετούσε ανθρώπους και καταστάσεις στη σωστή τους διάσταση και θέση και έδινε στην κυριολεξία το “είναι” του στους πραγματικούς του φίλους, απασχολώντας τον εαυτό του με τα προβλήματά τους και ενθυμούμενος πράγματα και καταστάσεις, που τους αφορούσαν ακόμη και όταν οι ίδιοι τα είχαν ξεχάσει.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας δεν ήταν μόνο Ελεύθερος αλλά και Απελευθερωμένος, με την σωστή έννοια του όρου Ελευθερία. Πως ήταν δυνατόν να μην παράσχει στόχο σε εμάς, εδώ στη Ελλάδα με τα τρωκτικά ένστικτα που διαθέτουμε σε ανάλογες περιπτώσεις. Αντί να εκτιμήσουμε την μοναδική, ξεχωριστή προσωπικότητα του συμπατριώτη μας, ο οποίος λάμπρυνε την εθνικότητα του διεθνώς στο χώρο της τέχνης και που πολλές είναι οι χώρες, με την Γαλλία και τις Η.Π.Α επικεφαλής, οι οποίες θα θεωρούσαν τιμή τους να τον πολιτογραφήσουν δικό τους, εμείς αυτοδιοριστίκαμε επικριτές και δικαστές του και μάλιστα με έναν επιταχυνόμενο ρυθμό, πικραίνοντάς τον αφάνταστα και εγκληματικά στα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Πως είναι δυνατόν να καταλάβουμε όλοι εμείς, που ζούμε με το “δήθεν”, την υποκρισία, το ψέμμα και όλα αυτά τα αστικά ελαττώματα τα οποία τα έχουμε τοποθετήσει σε ένα βάθρο και τα λατρεύουμε νυχθημερόν, την προσωπικότητα του Αλεξανδρινού μαικήνα, η οποία μεγάλωνε το κάθε επιμέρους σε κάτι το ανεπανάληπτο και το μοναδικό;

Μαικήνας των τεχνών, με ένα απαράμιλλο, ευαίσθητο κριτήριο διακατεχόμενος από το βαθύ και ευαίσθητο πάθος του για την τέχνη, ο Αλέξανδρος Ιόλας κατείχε το μοναδικό μυστικό και την αρετή να θεωρεί την τέχνη σαν την ίδια του τη ζωή και τη ζωή σαν τέχνη με ανύπαρκτα μεταξύ τους όρια, πλαίσια και ανασταλτικά σημεία.

Κινούμενος σε αυτόν τον μαγικό, μεταφυσικό, υπερφυσικό θα λέγαμε κόσμο που μόνον αυτός ήξερε να δημιουργεί μέσα του και γύρω του. Πως ήταν δυνατόν ο Αλέξανδρος Ιόλας να σταθεί μπροστά από την καθημερινή κακία και χυδαιότητα, μεμψυμοιρία και κακομοιριά;

Αγαπούσε πολύ τα παιδιά, παιδί ο ίδιος στο βάθος, ο οποίος μεθούσε από τις ίδιες του τις “σκανδαλιές”, ήξερε με την ευαισθησία του πως να μιλάει στα παιδιά των φίλων του και πως να επικοινωνεί στην ουσία μαζί τους, πως να τα συνεπαίρνει δινοντάς τους τη μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψουν και να σταθμίζουν στις σωστές τους διαστάσεις ανθρώπους και καταστάσεις.

Μίμος εκπληκτικός. Μπορούσε να ζωντανέψει μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου την Γκρέτα Γκάρμπο, τον Ντε Κίρικο, αρχηγούς μεγάλων κρατών που είχε γνωρίσει στη γεμάτη από θάμβος και γεγονότα ζωή του. Προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, οι οποίοι καθόρισαν το προφίλ του 20ου αιώνα, υποβάλοντας στους παρισταμένους καταστάσεις και συμβάντα που οι ίδιοι δεν θα μπορούσαν να έχουν γνωρίσει ποτέ στο διάβα δέκα διαφορετικών ζωών.

Με ρωτούν συχνά πόσο χαρισματικός ήταν στην προσωπικότητα ο Αλέξανδρος Ιόλας… Απαντώ: τόσο χαρισματικός σαν προσωπικότητα, που έφερε μέσα της και γύρω της, το συναίσθημα μίας παντοτινής και μεγαλιώδους γιορτής. Μιάς λάμψης εκτυφλωτικής που υπέβαλε στο έπακρον το περιβάλλον γύρω του. Θα πρόσθετα, μία προσωπικότητα στην ουσία ποιητική, με την έννοια της δημιουργίας. Ατόφια. Αυθεντική. Εμπνευσμένα βιωμένη, με την έννοια της ίδιας της ψυχολογίας.

Ένα από τα ουσιαστικότερα χαρίσματα της ψυχολογίας είναι οτι μας γυρίζει δυόμιση χιλιάδες χρόνια πίσω, πρίν από τον χριστιανισμό, στην κλασσική αρχαιότητα. Τότε, που τα ένστικτά μας είχαν ιερή και τελετουργικά άμεση σχέση με την πόλη και την κοινωνία.

Μας ξανάμαθε να ξεπλέκουμε νύχτα το ύφασμα που υφάναμε την μέρα- όπως η γυναίκα του Οδυσσέα- και να μετράμε τη ζωή μας, με το ακατανόητο στη λογική νήμα και ότι “απελευθερωμένοι από τα όνειρα (αλλά και με το όνειρο οδηγό) να μπορούμε να νικήσουμε, να εκδικιθούμε το ακατανόητο της ζωής που μας γέννησε, φτιάχνοντας τέχνη” έλεγε.

Με το νήμα αυτό,ο Αλέξανδρος Ιόλας όχι μόνο μέτρησε τη ζωή του αλλά την έκανε ύβρη για να πεθάνει απο αυτό.

Είμαι στον αντίποδα της ζωής του Αλέξανδρου Ιόλα γιαυτό και υπήρξα παρών θεατής της τελετουργίας θανάτωσής του την οποία οργάνωσε ο ίδιος.

Ο Παζολίνι (συνταρακτικά συγγενής ψυχολογία) διάλεξε να πεθάνει απο τους αλήτες που αγάπησε. Ο Αλέξανδρος Ιόλας διάλεξε τους αστούς της χώρας του.

Με την παγκόσμια ικανότητα του για την τέχνη-όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης για την ναυσιπλοία- έστησε πρώτα το μαυσωλείο του με ένα στόλο μοναδικών έργων και με διεθνές καλλιτεχνικό πλήρωμα στα πλοία γκαλερί του στον κόσμο ολόκληρο.
Λιμάνι του η Αγία παρασκευή Αττικής. Μετά σαν Άρχοντας δεξιώθηκε τους μέλλοντες δημίους του:στην Ελλάδα είναι εύκολο. Η ηθικολογία ειναι γενικευμένο και ριζωμένο για τα καλά συναίσθημα. Ο καθένας είναι χωροφύλακας, εισαγγελέας, δικαστής και δήμιος, πράγμα που διευκολύνει τα πάντα.

C0028Μετά άρχισε να μοιράζει τα πάντα, σε καλλιτέχνες και φτωχόπαιδα του λαού, να οργανώνει μάλιστα και τους κλέφτες του, ώστε να βάλει εναντίον του ακόμα και τους συγγενείς του… χειρότεροι εχθροί ακόμα κι αυτοί., Εκεί να δείτε μίσος…. Έτσι γυμνός αφέθηκε στίς μαινάδες για την τελική φάση της θανάτωσής του.

Άξιος της μακρυνής Αλέξάνδρειας. Άξιος του Ελληνισμού. Άξιος της Αρχαίας χώρας, ακόλαστος και Αγιος υπήρξε.

Πρίν πεθάνει, οργάνωσε και τον μύθο του. Τόσο καλός σκηνοθέτης ήταν.
Αν χρωστώ στη μνήμη του, είναι αυτό που δεν έκανε για μένα:μαζι με τους λίγους και σπάνιους που εκτιμούσε, δεν προσπάθησε να με εξαγοράσει. Ο πανέξυπνος αυτός άνθρωπος, ήξερε τι έκανε. Με άφησε , καθοδηγώντας με, να περιπλανηθώ μέσα στη μυθολογία του… προκειμένου να ανακαλύψω γιατί γεννήθηκε η τραγωδία σαυτό το τόπο και δε γεννήθηκε αλλού.

Ας δούμε λίγο τον ίδιο…

“Οι φορές που έρχόμουν σποραδικά στην Ελλάδα, μου είχε πεί η αδερφή μου Νίκη,η οποία ζούσε ήδη εδώ,παντρεμένη με τον πτέραρχο Ποταμιάνο,“Πρέπει να πάρεις οπωσδήποτε και εσύ ενα σπίτι”. Με πήγαιναν στην Κηφησιά, στην Εκάλη,στο Ψυχικό, στην Αιξωνή στη Γλυφάδα και σε διάφορα άλλα κοσμικά σημεία μέσα και εξω απο την Αθήνα που τα εύρισκα επαρχιακα και απαίσια.
Μια μέρα πηγαίναμε με τον οδηγό μου στον Σταυρό, καλεσμένοι στην έπαυλη του Λεβίδη.Και είδα εδώ στην Αγία Παρασκευή, τα αμπέλια να ξανθαίνουν το χώμα της αττικής, τις γαλάζιες γραμμές των βουνών στο βάθος, μερικά μοναχικά πεύκα που μύριζαν ρετσίνι μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Εδώ… λεω. Εδώ θέλω να φτιαξω το σπίτι μου. Αγόρασα μια ανεκμετάλευτη έκταση 25 στρεμμάτων προς μεγάλη κατάπληξη όλων. Όταν αποφάσισα να χτίσω το σπίτι μου, μου σύστησαν τον Δημήτρη Πικιώνη ως τον καλύτερο αρχιτέκτονα της εποχής. Όταν τον γνώρισα όμως, άρχισε να μου λέει κάτι για “Μακεδονίτικη αρχιτεκτονική” και για “χαγιάτια” που μου ήταν ακατανόητα. Παρ΄ολα αυτά του ανέθεσα το σπίτι καθως και τα πλακόστρωτα στους εξωτερικους χώρους…”

Ετσι παρ΄όλο που έβαλαν και άλλοι αρχιτέκτονες το χέρι τους μετά,μπορεί κανείς να πεί, πως το πολυσυζητημένο ανάκτορο της Αγίας Παρασκευής, έγινε απο τον ίδιο τον Αλέξανδρο Ιόλα. Γιαυτο και αν το κοιτάξει κανείς προσεκτικά θα δεί οτι έχει όλες τις ιδιορυθμίες και τις αντιφάσεις του.Με εξαίρεση την είσοδό του. Με δυό κολώνες φερμένες απο τη Ραβέννα,πλαισιώνουν τις επίχρυσες σκαλιστές πόρτες με τους Κενταύρους και το αστρικό σύμβολο του οικοδεσπότη του. Τον Άρη. Σκαλισμένες απο τον Υδραίο ζωγράφο -σύμβολο τον Γιάννη Καρδαμάτη.

Και οι θαυμάσιοι πλακόστρωτοι κήποι του… Μια φυσική σύνθεση απο ελαιόδενρα, πικροδάφνες και Κυπαρίσια που τη διακόπτουν μώβ και ολόλευκες τριανταφυλλιές.Και υπέροχες λευκές επιτύμβιες πλάκες καθώς και υστροβυζαντινές και υστροελληνικές κολώνες με προτομές και ανάμεσά τους αρχαία αγάλματα.

Όταν τον έβλεπα να κυκλοφορεί σαυτόν τον κήπο παίζοντας πότε με τη σκυλίτσα του τη Φρύνη, πότε υποδεχόμενος τους υψηλούς προσκεκλημένους του που είχαν πάντοτε εντυπωσιακό ντεκόρ-ολόλευκα αναμένα κεριά σε κηροπήγια, αλλοτε πελώριες πεταλούδες του Νταλί και αλλοτε παλιά κρύσταλα στολισμένα ανάμεσα με τοπάζια – δε πίστευα στ΄ αλήθεια πως αγαπούσε τόσο τον τόπο αυτόν και ειδικότερα την Αγία Παρασκευή, αυτός ο παράξενος Αλεξανδρινός, ο ακούραστος κοσμοπολίτης, ο οποίος έπαιρνε το αεροπλάνο για να πάει σε ένα πάρτυ για ένα βράδυ μόνο στο παρίσι η τη Νεα Υόρκη, και ο οποίος ζήτησε πριν πεθάνει να καεί και η τέφρα του να κάνει την ίδια διαδρομή…Για να μείνει για πάντα στην Ελλάδα- κατάλαβα πως ήταν πράγματι αληθινή η ανάγκη που τον έκανε μετά τους Ανιέλι, τους Ντε Μενίλ,και τους Ρότσιλντ-”εκτιμώ τους ανθρώπους που είναι πρώτοι ομολογούσε, στο χρήμα, στη τέχνη, στο πνεύμα”, να επιστρέφει πάντα στην Αττική.
Και να τη θεωρεί σπίτι του, παρ΄όλο που ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο άνθρωπος ο οποίος τον έστειλε στο προπολεμικό Βερολίνο του είχε συστήσει απο τα πρώτα του νιάτα… “Φύγε απέδώ!!! Φύγε…”

Και παρ΄όλο που πηγαίνοντας κανείς στο σπίτι της Αγίας Παρασκευής δεν τον εύρισκε στα δωμάτια του Μουσείου του, ούτε σαυτό της μοντέρνας τέχνης, ουτε στη λευκή βιβλιοθήκη του ούτε σ΄αυτό με τα αρχαία, ούτε στο άλλο με τα ρωμαικά, η στο μέσα με τις βυζαντινές εικόνες, η στη κρεβατοκάμαρά του τη διακοσμημενη απο τον Ματα με τις αρχαίες κολώνες και τα αγάλματα, αλλά στην κουζίνα του σπιτιου τον να ρίχνει πασιέντζες τον εύρισκε και να μιλάει με τη Σούλα την κλειδοκρατόρισσα του σπιτιου.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας ανήκε κι αυτός στα ανεξήγητα “ελληνικά δαιμόνια”. Είχε φύγει απο το οικογενειακό περιβάλον του στην Αλεξάνδρεια, πουλόντας τον βαφτιστικό του σταυρό (νονός του ηταν ο Κωνσταντίνος Τσαλδάρης), με ενα πλοίο που το έλεγαν “Ιφιγένεια”. Κατόρθωσε να περιπλανηθει και να επιπλέύσει στην καλλιτεχνική Ευρώπη του μεσοπολέμου με την εξυπνάδα, την ευαισθησία του και τη μεγάλη του ομορφιά.

Μαθητής Σχολής Χορού ακόμα, έκανε τη πρώτη του εμφάνιση στο Σάλτσμπουργκ, γυμνός σχεδόν, παίζοντας τη ψυχή του Αχιλλέα, στον “Ορφεά και Ευριδίκη” του Γκλούκ, με το συμβολικό ποσόν των 10 σελινίων το μήνα που έδιναν στους σπουδαστές και στους “βοηθητικους”. Μετά την παράσταση ο αρχιμουσικός Μπρούνο Βάλτερ και ο Μαξ Ράινχαρτ, τον κάλεσαν στο χορό που γινόταν πύργο του ράινχαρτ. Και όταν είπε πως δεν έχει φράκο, του απάντησαν ομόφωνα “KOMMEN SIE SO”-Ελάτε όπως είσαστε…!!!
-Δεν είχα σμόκιν τι να κάνω …πήγα ξυπόλυτος, με ενα πανάκι λευκό επάνω μου, έλεγε όταν θυμόταν το περιστατικό.Δεν ειναι να δίνει κανείς σημασια στα ρουχα. Η ζωή ειναι τόσο ωραία…! Και η ζωή ειναι ωραία όταν αλλάζει. Δεν μιλάω ούτε για τις αλλαγές ουτε για την “αλλαγή”, αλλα για την αφηρημενη έννοια της λέξης.C0024
Το πρώτο βιβλίο που μου χάρισε ο Άγγελος Σικελιανός, έχει γραμμένες δυό λέξεις ως αφιέρωση … “Αύξου αεί…”.

Η νοοτροπία του “Πετεινού του Ουρανού”, δεν τον εμπόδισε πάντως, να έχει εγκαταστήσει στο υπόγειο, που καταλάμβάνει ολόκληρη την έκταση του ανακτόρου του, την τεράστια γκαρνταρόμπα του.Εκατοντάδες πουκαμισα και ζωηρόχρωμα κουστούμια, φτιαγμένα σε ένα περίφημο ράφτη του χάρλεμ, τον Μίστερ Φίς, παπούτσια με ψηλά κρυστάλινα τακούνια που είχαν παραγγελθεί ειδικώς στο Μιλάνο, κόκκινες μπότες διακοσμημένες… με διαμάντια και μερικές ντουζίνες γούνινα πάλτα- αναμνηστική γκαρναρόμπα από τις πάμπολες χορευτικές του παραστάσεις.

Γνωρίζοντας καλλιτέχνες και κανοντας το μοντέλο, όντας ο ίδιος χορευτής, γνώρισε μια μέρα τον πρίγκιπα Γιουσούποφ Φελίξ. Και ο εξόριστος Ρώσσος αριστοκράτης, ο οποίος είχε δολοφονήσει μαζί με άλλους δύο νεαρούς τιτλούχους τον Ρασπούτιν, τον έστειλε κατ ευθείαν στον Αντουάν.Ο διάσημος τότε κομμωτής της εποχής,έκανε μαζί του συμβόλαιο για να του πουλάει κάθε μήνα τις φυσικές καστανές μπούκλες των μαλλιών του-πρώτο υλικό για τις χειροποίητες και πανάκριβες ψεύτικες βλεφαρίδες των μεγάλων στάρ. “Ως και η Μάρλεν Ντήτριχ υπερηφανευόταν πως έχει φορέσει βλεφαρίδες απο τα μαλλιά μου!…κι η Γκρέτα Γκάρμπο…”

Την ίδια εποχή της αδεακρίας πάντως, γνώρισε τον ζωγράφο Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Και αγόρασε ενα πανάκριβο έργο του “Τη Μελαγχολία”, με δόσεις, γιατί του είπε οτι ηταν έλληνας- ο ντε Κίρικο είχε γενηθεί τον προηγούμενο αιώνα στον Βόλο, όπως ειναι γνωστό- και γιατί του εξήγησε οτι το έργο το είχε “ερωτευθεί”.

Ένα βράδυ που είχε καλεσμένους σε δείπνο διάφορους τιτλούχους και την Παλόμα Πικάσσο μαζί, χρειαζόταν οπωσδήποτε μια Κυρία για να συμπληρώσει το τραπέζι.Στην πολύ βιαστική πρόσκληση καμιά απο τις γνωστές του δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Και τότε εκείνος έντυσε με ένα πανάκριβο φόρεμα, τον φτωχό θεόκουφο γείτονά του, τον Μιχάλη,-αυτόν που του είχε πεί κάποτε στον καφέ πως πέθανε ο ζωγράφος Μαξ Έρνστ. Προτού δώσουν την είδηση τα τυλέτυπα των ξένων πρακτορείων. Του φόρεσε και έναν κολιέ και σκουλαρίκια και τον έκανε να μοιάζει με κάποιες απο αυτές τις δαιμονικές γριές αρχόντισες του Γκόγια. THE DUCHESS OF AGRINION-Η Δούκισα του Αγρινίου- τον σύστησε. Και κανείς δεν αμφισβήτησε την υψηλή καταγωγή και την αξιοπρέπεια του, έτσι όπως καθόταν αμίλητος στο τραπέζι. Το περιστατικό που το διηγήθηκε ο ίδιος ο Ιόλας μετά, έκανε τον γύρο της Ευρώπης. Και έφτασε ως το Παρίσι, οπου το έγραψε στη “Βόγκ” η Εμπέ Ντ΄ Ορσέ.

Τον Αλέξανδρο Ιόλα την δεκαετία του -80 τον μισούσαν και τον μισούν ακόμη. Είναι εκείνη η ποικιλία ανθρώπων που απεχθάνονται οποιονδήποτε ξεφεύγει απο τα όρια της μιζέριας τους- η δεν πάει στα δικά τους ψευτο-ιδεολογήματα. Συχαίνονται όποιον δεν ελέχγουν. Και ονειρεύονται κρεμάλες για όσους μπόρεσαν να κάνουν κάτι, χωρίς τα κόμματα απο πίσω, νταβάδες,ιντριγκες και ρητορείες. Ο Αλέξανδρος Ιόλας ηταν σπάνιος. Μέγας πραγματικά, οπότε άρπαξε το ανάλογο δηλητήριο απο τους συμπατριώτες του σε υπερβολική δόση.Ποιός; Αυτός που ευεργέτησε την ελλάδα πολλαπλώς. Και που όντας παγκοσμίως διάσημος, έκανε το λάθος να έρθει
στην ελλάδα που αγαπούσε και να φτιάξει το παλάτι-μύθο του και να στεγάσει μέσα εκεί πάνω απο 10 000 αριστουργήματα απο κάθε πολιτισμό της γής. Το όνειρό του ηταν να εμπλουτίσει τον Εθνικό πολιτιστικό θησαυρό , φτιάχνοντας ενα μοναδικό Μουσείο ισάξιο των μεγάλων μουσείων του κόσμου ¨επειδή η χώρα μου είναι φτωχή…”έλεγε….

Μέσα σε αυτό το σπίτι προσκάλεσε, δεξιώθηκε και φιλοξένησε μερικές απο τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα. Τους έκανε φίλους της χώρας μας.Τους δικτύωνε με την Ελλάδα και έδινε υπεραξία και υπερεγώ σε μια πόλη που όλοι οι άλλοι την κατέστρεφαν.Ο Μαρσέλ Ντυσάμπ,ο Αντι Γουόρχολ,ο Ρούντολφ Νουρέγιεφ, ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο,ο Τζόρτζιο Αρμάνι,ο Τζιάνι Ανιέλι, η Νικι ντε Σανφαλ, ο Μαν Ρέι,ο Ζαν Τιγκελί… ήρθαν εδώ, στη χώρα του πολιτισμού και φύγανε όλοι τους μαγεμένοι.
Αλλα επειδή ποτέ ο πατριωτισμός δεν μένει ατιμώρητος για όλα αυτα που έκανε, άρχισαν να τον ποτίζουν κώνειο απο δέκα μεριές, και ΚΑΝΕΙΣ… ΚΑΝΕΝΑ ελληνικό κράτος δεν μπορούσαν να τον προστατέψουν απο τους
κροκόδειλους τη δημοσιογραφίας, οι οποίοι τον είχαν περικυκλώσει και τον έβριζαν και τον δυφημούσαν εως ότου τον στείλουν στον θάνατο.
Με το που πέθανε, αυτό το υπεροχο μουσείο με τα αναρίθμητα αριστουργγήματα λεηλατήθηκε. Ξυλώθηκε. Θρυματίστηκε.Αρπάχτηκε.Και μένει τώρα εκεί ένα φριχτό ερείπιο στο έλεος του κάθε άρωστου και κλέφτη, του κάθε αλητήριου που πούλαγε μαγκιά, δημοκρατία και ξεφτίλα.

Μέχρι και τους μαρμάρινους τοιχους ξεπάτωσαν.Για τέτοιο μίσος μιλάμε.Και δεν βρέθηκαν 17 χρόνια τώρα, πέντε-έξι άνθρωποι, ενας φορέας,μια κυβέρνηση…. να υπερασπίσει το έργο και τη μνήμη του μεγάλου οραματιστή.Κανένας δεν βρέθηκε.Το μίσος κυριάρχισε και πάλι.Η κακεντρέχεια, η ιδιοτέλεια, η ζηλεια που παραμορφώνει, αφάνισαν τα πάντα…”

Κάθε εποχή έχει τη μονόπλευρη θέση της και ό, τι υπάρχει έξω από τη θέση αυτή, θεωρείται ανάξιο, άχρηστο, καταδικαστέο.

Κάθε εποχή έχει το πνεύμα της. Το οποίο παίρνει τη μορφή ενός δεοντολογικού κανόνα, ο οποίος απαγορεύει τις εξαιρέσεις. Aπαγορεύει τις εξαίσιες υπερβάσεις. Απαγορεύει όλα αυτά τα σημάδια οποία αποδεικνύουν οτι η ιστορία πορεύεται αντίθετα. Έξω από διαγεγραμμένα σχήματα. Σχήματα δογματικά. Ξένα από τη ζωντάνια της ίδιας της ιστορίας και της ελευθερίας της.

Όταν το πνεύμα της εποχής γίνεται υπαγορευμένο, τότε είναι υποταγμένο. Είναι ανελεύθερο. Τότε όμως γίνεται και επικίνδυνο. Όπως η εποχή που ξεκίνησε να γράφεται αυτό το βιβλίο, οταν ο ίδιος με όρισε ως βιογράφο του..

Ηταν, το 1981όταν γνώρισα τον γλύπτη Τάκι, από τον οποίο άκουσα για πρώτη φορά το όνομα “Αλέξανδρος Ιόλας”.

Οι περιγραφές του και οι αναμνήσεις του ήταν εκκωφαντικές. Μόλις είχε τελειώσει τη προσωπική του έκθεση στο Μουσείο του Ζωρζ Πομπιντού, στο Παρίσι και είχαμε συναντηθεί στο σπίτι του στο Γεροβουνό, με τον Μίνω Αργυράκη. Για πρώτη φορά άκουσα για τον Αλέξανδρο Ιόλα, “..τον άνθρωπο, ο οποίος μεσουράνησε στο χώρο της τέχνης του εικοστού αιώνα.”. Απο τότε θυμάμαι τον εαυτό μου να κρατώ σημειώσεις σε σκόρπια χαρτιά τα οποία στοιβάζονταν κατά καιρούς πάνω στο γραφείο μου μέχρι να βρουν τη κατάλληλη θέση τους σε κάποιο ντοσιέ. Οι αναφορές στον Αλέξανδρο Ιόλα ήταν ελάχιστες έως σπάνιες.
Δεν θα ξεχάσω τότε την ίδια περίοδο, την πρώτη συνάντηση μου με τον ζωγράφο Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, στο σπίτι του στην οδό Κριεζώτου, σε ένα δείπνο με τον Μίνω Αργυράκη, όπου η συζήτηση κατέληξε σε ένα πολυτελή δερματόδετο λιθογραφικό κατάλογο, τον οποίο είχε εκδόσει ο Αλέξανδρος Ιόλας για τον ίδιο απο την εποχή της συνεργασία τους, και ο οποίος βρισκόταν σε περίοπτη θέση επάνω στο γραφείο της βιβλιοθήκης του αρχοντικού του. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα για την “πνευματικότητα” και τη “φιλοσοφική σκέψη” του Αλεξανδρινού συλλέκτη, από ένα μεγάλο καλλιτέχνη της γενιάς του .Ήταν δύο η τρείς οι επισκέψεις μας στον δάσκαλο και πάντοτε “έπιανα” τον εαυτό μου να χαζεύει τους πολυτελείς καταλόγους τους οποίους είχε εκδόσει ο Αλέξανδρος Ιόλας για τον καλλιτέχνη του.

Εκείνη ωστόσο, η παρατήρηση του Μάνου Χατζιδάκι, τη Μεγάλη Εβδομάδα, στο σπίτι του Φιλίππου και της Τιτίνας Κουτσίνα, στη Μακρινίτσα Πηλίου, όπου ήμασταν προσκεκλημένοι προκειμένου να γιορτάσουμε μαζί τις ημέρες του Πάσχα, με την παρέα του Μίνου Αργυράκη, έχει μείνει ανεξίτηλη στις σημειώσεις μου.

Σε μια ανάμνησή του από τη περίοδο της Νέας Υόρκης το 1968, θα θυμηθεί τον Αλέξανδρο Ιόλα, όταν του είχε ζητήσει να του γράψει μιά σύνθεση: “Η αρετή του Αλέξανδρου Ιόλα είναι η ευημερία του. Τη πολυτέλεια της έντιμης συμπεριφοράς μπορεί να την υποστεί κάποιος μονάχα όταν έχει φτάσει στην κατάλληλη θέση και έχει αποκτήσει το χρήμα που συμβαδίζει μ’ αυτή..”
Η πιό αξιοσημείωτη ωστόσο σημείωσή μου, ήταν άλλη μια αναφορά του Νίκου Χατζηκυριάκου Γκίκα για τον Αλέξανδρο Ιόλα πάλι στο αρχοντικότης Κριεζώτου: “Είναι περισσότερο Έλληνας από του Έλληνες. Ο Αλέξανδρος Ιόλας θα πεθάνει μέσα σε ένα αριστουργηματικό θεατρικό έργο, το οποίο έστησε ο ίδιος, με την ίδια του τη ζωή. Ο Ιολικός κόσμος του, είναι η ίδια η ιστορία της τέχνης του εικοστού αιώνα.”

Αυτή η επίσκεψη θα μείνει βαθιά χαραγμένη μέσα μου, καθώς μου εξηγούσε τον ονειρικό κόσμο που είχε πλάσει και ζήσει ο Ιόλας,, ο οποίος το μόνο λάθος που έκανε στη ζωή του, ήταν να έρθει να ζήσει στην Ελλάδα. Τα όνειρα είναι ακριβά, δεν είναι τζάμπα.

Σχεδόν ολόκληρη η καλλιτεχνική κοινότητα συζητούσε για τον Αλεξανδρινό συλλέκτη. Πολλοί καλλιτέχνες οι οποίοι ετοίμαζαν έργα για το Μουσείο του, στην Αγία Παρασκευή, μιλούσαν για το πρωτοφανές “εύρος” και για το “κύρος” της προσωπικής του συλλογής,, η οποία έφτανε τμηματικά στη Ελλάδα, από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

C0042Στην Ελλάδα θεωρούσαν τότε δύσκολο να συναντήσει κανείς τον Αλέξανδρο Ιόλα, επειδή ποτέ δεν βρισκόταν εδώ. Ερχόταν μόνο για διακοπές, τα καλοκαίρια. Ο μύθος ωστόσο γύρω απο το όνομά του διευρύνετο. Το ίδιο και οι σημειώσεις μου.

“Είναι το ίδιο του το είδωλο, το ανάκτορο του στην Αγία Παρασκευή. Είναι ο καθρέφτης του. Όταν ανοίγουν όλες τις πόρτες διάπλατα, όλα γίνονται μέσα εκεί, εκτυφλωτικά. Γινόσουν μέρος του σκηνικού που είχε στήσει και αυτόματα είχες μια άλλη συμπεριφορά, την οποία την ανακάλυπτες ξαφνικά για πρώτη φορά στη ζωή σου μέσα σαυτό το μοναδικό Ιολικό σκηνικό…” θα μου πεί, μεταξύ άλλων ο Γιάννης Τσαρούχης το φθινόπωρο του 1982.

Μιά ακόμη σημείωσή μου στα σκόρπια χαρτιά ήταν απο ένα ταξίδι με τον Μίνω Αργυράκη στο Παρίσι, στο σπίτι του γλύπτη ΤΑΚΙ , όταν ο καλλιτέχνης που σφράγισε τη ζωή του με τον γκαλερίστα του, θυμόταν το απροσδόκητο του χαρακτήρα του Αλέξανδρου Ιόλα: “Εγχειρισμένος με by pass στο New York Hospital, και ενώ οι κληρονόμοι του πλακώνονταν για τη κληρονομιά, εκείνος είχε στο μυαλό του μόνο το Μουσείο του και τις αρχαιότητες που μόλις είχε αγοράσει από τους Christie;s, προκειμένου να τις επαναπατρίσει στην Ελλάδα…”

Η ρήση όμως που με ιντρίγκαρε ήταν μια ακόμη γνώμη του Μάνου Χατζιδάκι, ένα απόγευμα την Άνοιξη του 1982, στο σπίτι του στην οδό Ριγηλής.. “Ο Αλέξανδρος Ιόλας μοιάζει περισσότερο με Μαροκινό πρίγκιπα. Αν ζούσε σε άλλες εποχές θα ήταν σαν αρχαίος έλληνας θεός…”.

Εκείνη την εποχή κανείς δε γνώριζε σχεδόν τίποτα για τον Αλεξανδρινό συλλέκτη, εκτός βέβαια απο τη καλλιτεχνική κοινότητα, η οποία ήταν ενημερωμένη για τις περισσότερες δραστηριότητές του στο χώρο της διεθνούς εικαστικής σκηνής.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας άρχισε να γίνεται γνωστός στο ευρύ κοινό, όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου στη στήλη του “Ίακχος”, στο περιοδικό “Ταχυδρόμος”, φιλοξενούσε τα πρωτοφανή για την εποχή χλιδάτα πάρτη του στη βίλα του στην Αγία Παρασκευή, όπου οι προσκεκλημένοι του από το εξωτερικό, ήταν περισσότεροι πο τους φίλους του στην Αθήνα.

Το να σου δώσει συνέντευξη ο Αλέξανδρος Ιόλας, εθεωρείτο δημοσιογραφική επιτυχία. Όχι γιατί απέφευγε τη δημοσιότητα. Το αντίθετο μάλιστα. Αλλά γιατί ποτέ δε βρισκόταν σταθερά σε κάποιο μέρος να τον βρεις.

Η πρώτη συνέντευξή του ήταν στη δημοσιογράφο Φρίντα Μπιούμπη, για το περιοδικό “Ταχυδρόμο” το 1982, η οποία ουσιαστικά σύστησε τον Αλέξανδρο Ιόλα στο ελληνικό κοινό.

Ύστερα απο λίγο καιρό, το 1982, μια συνέντευξή του στη Λιάνα Κανέλη η οποία εργαζόταν τότε στο συγκρότημα Λαμπράκη, στο ίδιο περιοδικό, προκαλεί αίσθηση, ενώ όλο και πιο συχνά η Μανίτα Χατζηφωτίου μέσα από τις κοσμικές στήλες της αρχίζει να προβάλει συστηματικά τις δραστηριότητες του Αλέξανδρου Ιόλα, κάνοντας τον ευρύτερα γνωστό στο ελληνικό κοινό.

“Όταν προασπίζεις την ομορφιά πρέπει ταυτόχρονα να γίνεσαι ύαινα για να τη προστατέψεις” θα δηλώσει ο Αλέξανδρος Ιόλας στο περιοδικό Interview του Andy Warhol,το Σεπτέμβριο του 1982. Ήταν η συνέντευξη της χρονιάς. Η συνεργάτης του Andy Warhol, Iris Love, η οποία πήρε τη συνέντευξη, έιχε έρθει και είχε φιλοξενηθεί σχεδόν μια εβδομάδα στο ανάκτορο της Αγίας Παρασκευής.

Τα μεγαλύτερα περιοδικά της Ευρώπης και της Αμερικής έστελναν κλιμάκια απο φωτογράφους και δημοσιογράφους προκειμένου να απαθανατίσουν για τις σελίδες τους το Σπίτι-Μουσείο του Αλεξανδρινού Έλληνα: “Town and Country”, “Casa Vogue” “Vanity Fair”

Ο Αλέξανδρος Ιόλας, φίλες και φίλοι, Αιγυπτιώτες -Έλληνες, Αυτός ο Αλεξανδρινός Συμπατριώτης σας, ξεκίνησε απο τη πίστη που υπάρχει και πως θα βρεί το Απόλυτο. Ο δρόμος του, με όλα τα δώθε κύθε του, ηταν έρωτας προς μια Ουσία, που την αναζήτησε πίσω απο μύριες μορφές του πνεύματος.

Ποτέ δε του έλειψε η Πίστη.Πιστέψτε με!!!
Εκτός απο τη στιγμή που κατάλαβε, οτι στο τόπο που επέστρεψε, ΜΟΝΟΣ του πλέον έπρεπε να ετοιμάσει το δηλητήριο της αυτοκτονίας του.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας, φίλες και φίλοι έφθασε στο Απόλυτο που γύρεψε. Η ζωή του δεν ήταν σκόρπια και τυχαία… Αλλα ενιαία ετοιμασία, για ενα τέρμα, απο πρίν συμφωνημένο με τον Αισχύλο, τον Ευριπίδη και τον Σοφοκλή προκειμένου να γράψει το ΤΕΛΟΣ… με τρόπο τραγικό, στην ολόδική του Τραγωδία

Σας Ευχαριστώ.