12088248_706194929516777_3702032556333103314_n

Ο ΚΗΠΟΣ ΒΛΕΠΕΙ

 

  1. Ίσως

 

αν εξαιρέσουμε τους Αναχωρητές
να ‘μαι ο τελευταίος παίκτης
που ασκεί τα δικαιώματά του

οίηση

τι πάει να πει

κέρδος δεν καταλαβαίνω

ένας Πανσέληνος που ζωγραφίζει ενώ δεν υπάρχει Θεός
και αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο

 

ρεύμα

τι νερό

κυανό με σπίθες

πέρ’ απ’ το φράγμα του ήχου των Σειρήνων
να μου κάνει νόημα

πηδώντας

 

έλα

κάπου

 

συντελεσμένη κείται η Τελειότητα
κι αφήνει να κυλήσει ώσαμε δω ρυάκι12191880_706194966183440_8900544107319505176_n

 

ο Vivaldi ο Mozart
ενώτια παμφανόωντα
την ώρα που τ’ αντανακλά η στροφή της κεφαλής

 

η πραγματικότητα

δεν ενδιαφέρεται
ποιος νέμεται το μέρος το φθαρτό
και ποιος το άλλο

 

τα βέλη προς τα κάτω και τα βέλη προς τα επάνω
δε συναντήθηκαν ποτέ

 

ο κήπος βλέπει

 

ακούει τους ήχους απ’ τα χρώματα

τους ιριδισμούς που ένα χάδι

αφήνει

πάνω στο σώμα το γυμνό την ώρα0016

που το τραβούν μυριάδες νήματα

ψηλά

μαίνονται τα μηνύματα

τι να το κάνεις
δε νογά κανείς

 

μένουμε σαν ασυρματοφόρα

παρατημένα μες στην έρημο και αχρηστευμένα εδώ κι αιώνες

απελπιστικά παλεύοντας τα κύματα

να βρούνε δέκτη

δέσμες ήχων μουσικής

ηλεκτρονικής11990597_1650876051796960_7936294555006351225_n
που τους λύθηκε η πόρπη
και πέφτουν μ’ άλλους διάττοντες
βαθιά μέσα στη νύχτα κει που μόλις

 

η καμπύλη της γης διακρίνεται.

 

  1. Τι θα γίνει λοιπόν όταν

κάποτε λήξουν οι κοινωνικοί αγώνες όταν οι εφευρέσεις
αυτοαχρηστευθούν τα αιτήματα όλα ικανοποιηθούν

 

κενό

 

που μέσα του θα πέσουν (και καλώς να πέσουν)
όσοι γυρίζουν τον τροχό για τον Τροχό

 

θάμβος

 

οι άλλοι εμείς

θ’ αρχινίσουμε να ζούμε μυημένοι στα σανσκριτικά του σώματος
ουσιαστικά και μεταφορικά μιλώντας

 

όπως θέλω να πω ζωγράφιζεν ο Piero
della Francesca ή κατουρούσε o Arthrur Rimbaud
πάντοτε με τη συγκατάθεση των ηλιοτροπίων
(να μωρέ Ποίηση)

αλλά τότε ακόμα υπήρχανε
τριανταφυλλιές με σημασία θρησκευτική
αλληλούια

 

η Κυρία των Αγγέλων
με χρυσό αλεξίπτωτο

κατέβαινε ως το μαξιλάρι σου

Υιέ μου πλάγιαζε κοντά σου
η απέραντη πεδιάδα

φυσημένες δεξιά οι τουλίπες όλες
αριστερά ο αέρας

χρωμοθέτης αλάνθαστος

 

ο κήπος βλέπει

ανάγκη να μετατρεπόμαστε κάθε στιγμή σε εικόνα
Tout la mer et tout le ciel pour un seul

victoire d’ enfance

 

μ’ αλλά λόγια κάτι ελάχιστο αλλά και

σημαντικό τόσο που

η μαγεία να κινεί το χέρι μας και να το ερμηνεύει
καταπώς οι σκιές αλλάζουν θέση

 

λες
έχουν πάρει κιόλας το μερίδιο του Θεού

 

ίδια σ’ άλλους καιρούς οι Όσιοι.

 

  1. Τα πανύψηλα όρη

ας πούμε οι Άνδεις

έχουνε το αντίστοιχό τους

μέσα μας (όπως το Σύμπαν

υποτίθεται

κάποιο άλλο από αντιύλη)
όπου όταν προχωρούμε προς την κορυφή τους
αραιώνει κι εκεί ο αέρας

τόσο που λιποθυμάς

 

τα ανθρώπινα όργανα δεν αντέχουνε τόση καθαρότητα

 

ένας Vermeer κάποτε το κατάφερε αλλ’

εστηρίχθηκε στο χρώμα

 

η γραφή σταματά

 

θέλει να τρως το ψαροκόκαλο και να πετάς το ψάρι
δύναμη

 

εάν ποτέ σου ακινητούσε η φλόγα μες στα δάχτυλα
με μια κλίση προς τα επάνω

 

θα μας πάρει εκείνος που μετακινεί τους πληθυσμούς
ο κήπος βλέπει

 

στα νερά τα πράσινα της Ατλαντίδος
               βουτάν Λίβυες

αναδύεται Κόρη

Θηρασία

τεντωμένο το χέρι της δείχνει την απόσταση
που μας χωρίζει από τον τρόπο να ‘μαστε όλοι μας

άγγελοι με φύλο.

 

  1. Εάν είχε δίκιο ή όχι

ο Πλωτίνος θα φανεί μια μέρα

το μεγάλο μάτι με τη διαφάνεια

και μια θάλασσα πίσω του σαν την Ελένη

δένοντας τον ήλιο

μαζί μ’ άλλα λουλούδια στα μαλλιά της

 

εκατό μύρια σήματα
ζήτα ήτα ωμέγα

 

που εάν και δεν σου αρμόσουν λέξη

αύριο
θα ‘ναι χθες για πάντα

 

μιλώ φιλοσοφία

 

στα ζευγάρια μέσα υπάρχει μια χρυσόμυγα
που επαναλαμβάνει αέναα την Οδύσσεια

η μισή Ναυσικά συνεχίζεται απ’ τα κύματα

και τους αντικατοπτρισμούς ως πέρα

στα παράλια της Μικρασίας
κει που κάποτε ο Ηράκλειτος
οιάκισε τον Κεραυνό
(δεν πρόκειται για λάθος)

 

σ’ ένα δεύτερο επίπεδο θα ξαναγίνουν πόλεμοι
δίχως να σκοτώνεται κανείς

αποθέματα θανάτου υπάρχουνε αρκετά

 

                       ο κήπος βλέπει


               βάνει μπρος την αντίστροφη μέτρηση

 

μαρασμός

ακμή

ξύπνημα

 

ένα στήθος νέας γυναίκας είναι ήδη
άρθρο μελλοντικού Συντάγματος.

 

  1. Έ τι! Απ’ αυτούς που σίγουρα μια μέρα
    θα υπερισχύσουν έχω
    δόξα να ‘χει ο Θεός απαλλαγεί

μη σώσουν

και μου απλώσουν χέρι
θα υπάρξουν πάντοτε δύο ή τρεις
γενναίοι να βλέπουνε τον κόσμο
χωρίς σκοπιμότητα

 

γήρας είναι η Ιστορία

και το φρούτο ανάμεσα στα δόντια νεότης

ένα μόνο χαμόγελο -εάν είναι από πηγή – νικά
και ο κήπος βλέπει

 

δίνει ώθηση άξαφνη

στα μισά της ψυχής να μας προφτάσει.

 

  1. Α μονάχα να ‘ξερα
    μιαν ελευθερία πραγματική
    που να μπορώ να την υμνώ χωρίς

να φαίνομαι αφελής ή φαρισαίος

 

όπως ακριβώς ο αθώος
να μπορούσα να δω
πίσω απ’ τον Τύραννο τον ουρανό
με αταραξία να συνεχίζεται ως

τ’ αντίπερα βουνά
τις πίσω θάλασσες
μία διαφάνεια

που να διαπερνά τη γέννησή μου

μητέρα και πατέρα και βλοσυρούς προγόνους

 

οτοτοτοί
που ‘λεγε κι ο γερο-Αισχύλος

ας τρομάξουμε μήπως και ξυπνήσει
μέσα μας η γαλήνη κι η ανάγκη της
απλώσει κάμπο – σχηματίσει επάνω στα νερά

νέα γη

 

ο κήπος βλέπει

 

τούφες τούφες μαργαρίτες

εύφλεκτες λευκές ιδέες

και πουλιά της θάλασσας

μία μεγαλόνησος
ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση
με σειρά τετραπλούς φοίνικες
αλλά καμία

ταραχή σαν ιστορία όπου τα γεγονότα σβήστηκαν
κι έμεινε στα επίπεδα των βασιλέων

 

μόνη
μία
Κόρη

γυαλιστερή σαν όστρακο
να κατεβαίνει φέρνοντας τον άνεμο
σ’ ένα πανέρι.

 

  1. Ο κήπος βλέπει

πριν ακόμα γίνουν
αυτά που αισθάνομαι ν’ αφήνουν μιαν ανεπαίσθητη γραμμή

 

όπως τις ώρες

του θανάτου ανάλαφρα τα όρη
απαλά τα χόρτα λείχοντας τα γιγαντιαία πόδια μου

 

η φθορά του χρόνου εντέλει θα στραφεί εναντίον του

είναι από μέντα κι από λόγια του Ιωάννου
η ποίηση
φυσάει

 

έτσι το νερό στη φούχτα
πίνετε προχωρείτε

συναντάτε το άλσος το περίφημο του Κολωνού

ακολουθείτε τον Οιδίποδα

δροσιά

γαλήνη

αηδόνια
ξάφνου ξημερώματα

ο πετεινός επάνω στους ανεμοδείχτες
είσ’ εσύ μέσα στην εκκλησία
το τέμπλο υπέροχο με τις ροδιές

 

η Κόρη βηματίζοντας στο κύμα
ελαφρός πουνέντες
φυσάει

 

το χέρι σου αντιγράφει

τ’ Ασύλληπτα.

 

 

ΤΟ ΑΜΥΓΔΑΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

  1. Τι γίνεται άμα

στράφτει στην πέρα χώρα του μνημονικού
και αντανακλά σκηνές που μέλλει να συμβούν
σε χρόνο ανύποπτο

 

ένα κοριτσάκι τρέχοντας

άκρη άκρη του γιαλού

ν’ ανασηκώσει το τραπεζομάντιλο της θάλασσας (Dalí)

 

και το άλλο πίσω από το τσέρκι του

στο μάκρος ενός δρόμου μελαγχολικού (De Chirico)

 

ένα τρίτο ανάγερτο στον καναπέ
με τα σκέλη ανοιχτά (Balthus)

 

το αμύγδαλο του κόσμου

είναι βαθιά κρυμμένο

και παραμένει αδάγκωτο

 

μυριάδες δυνατότητες φρικιούν
γύρω μας κι ούτε που καθόλου εγγίζουμε
οι ηλίθιοι

 

δεν καταλάβαμε ποτέ πως σκέπτονται τα περιστέρια
δυο σπιθαμές πάνω από το κεφάλι μας

παίζεται αυτό που χάσαμε ήδη

 

πριν υπάρξει

το σώμα τούτο που είμαι

προηγήθηκε μια θάλασσα
γεμάτη από μικρά λευκά κυλιόμενα
φωνήεντα που κρούονται: άλφα έψιλον ιώτα

 

θα ‘λεγες από τότε ακόμη

στη στάση που είχα πριν μες στη Μητέρα κατεβώ
φώναζα μ’ όλη μου τη δύναμη

αεί αεί αεί

 

μα ποτέ κανείς δε θέλησε να με πιστέψει.

 

  1. Α ναι παρά τη θέληση μου
    έγινε ο κόσμος έτσι που

γράφω σαν να ‘χω αποσχιστεί απ’ τη μοίρα μου

 

το αμύγδαλο του κόσμου

είναι πικρό και δεν
γίνεται να το βρεις παρεχτός αν

κοιμηθείς μισός έξω απ’ τον ύπνο

 

μεγεθύνονται το σπίτια
τρομερές γυναίκες απέχοντας απ’ το
λυτό μαλλί τους όσο η βροντή απ’ τη λάμψη της

παν μοιράζοντας τις άχνες

δω κι εκεί τ’ ουρανού

οι οπές

παραπλανούν το θάνατο

 

τις νύχτες

που μιλάω σαν ν’ ανασκαλεύω αστερισμούς

στη θράκα την επάνω μια στιγμή σχηματίζεται

η όψη που θα μου έδινε

ο Θεός εάν ήξερε

πόσο η γη στ’ αλήθεια μου στοιχίζει
σε απόγνωση

σε διάφορα ψιθυρισμένα μες στη νύχτα «επέπρωτο»
σε κυπαρίσσια
αιωνόβια σαν ποιήματα

που ζητώντας να φκιάσω απραγματοποιήθηκα.

 

  1. Έλα τώρα

δεν πά’ να μην αρέσεις

το παν είναι η ρότα σου
κόντρα στην κοινωνία τούτη

την ανασχετικήν ηλιθιότητα
σγουρά μαλλιά που βγάνουνε σπινθήρα
τόμου τα χτενίσεις

 

θαύμα

 

έλα μπρος δεύτερε και κρυφέ

μου εαυτέ καιρός

να προφέρεις με δέος τα λόγια
που αρμόζουν στην περίσταση
και δη τα ωραία και τ’ απαγορευμένα

ποίηση

που μα που λοιπόν

δένει μια τέτοια λάμψη τον καρπό της;
κάτι το δίχως άλλο
πρέπει με τρόπο να ‘χει αφαιρεθεί
από την υδρόγειο
για ν’ ασθμαίνει τόσο

να χλομιάζει

και το πένθος ν’ απλώνεται

 

άδικα των αδίκων

το αμύγδαλο του κόσμου

πάλλει μες στα φυλλώματα
του Παραδείσου ερήμην

πάλλω κι εγώ μέσα στα λόγια που εν αγνοία μου αφαιρώ
από κάποιο τέλειο επίτευγμα
ώσπου τέλος μου απομένουν
δύο ή τρεις ορθές κολόνες
και στους τοίχους μια νωπογραφία

θα ‘λεγες Κρητομινωική (εάν στο αναμεταξύ

δεν μου είχαν απαλείψει

τις θάλασσες και τις ωραίες εκείνες γυμνόστηθες γυναίκες)
σώζονται ακόμη κάτι κρίνοι
ασύλληπτοι από τους συγχρόνους μου
όπως άλλωστε και οι στίχοι αυτοί:

 

μία έκλειψη ολική
την ώρα που κοιμούνται οι πάντες μες στ’ Αστεροσκοπεία.

 

  1. Όλα να τα ‘χεις

πάντα κάτι λείπει

αρκεί να μη συντελεσθεί το Ακέραιο
και η Τύχη νιώθει ευτυχής

 

τις νύχτες που εμφανίζονται στην ίδια θέση

τα μάτια τα εχθρικά σαν άστρα
διαγράφονται οι σκιές που κατεβαίνουν
μία μία στον Άδη

όπως τα μαύρα εκείνα στις πλευρές αρχαίου αγγείου
που το παν σκυφτές παρθένες

 

χρειάζεται

να ‘μαστε μνήμονες του πιο τρομερού αγαθού που εδόθηκε ποτέ
από ‘να σ’ άλλον άνθρωπο

η αγάπη

μοιάζει με δυο ποτήρια σε στιγμή ενθουσιασμού
ντινγκ
λάμψη
θρύψαλα

 

θυμηθείτε τη Maria Alcaforado

και τον Noël Bouton de Chamily

τη Jettchen και τον Heinrich von Kleist

τον φίλο μας Βλαδίμηρο και την περίφημη Λιλή

 

που να πάρ’ η ευχή
βρέθηκε πάντα να ζητάμε
ίσα ίσα εκείνο πού δε γίνεται

 

ψηλά σε κάτι ουράνιες Αίτνες κάτι πέλαγα ορεινά

σε απόσταση ψυχής ερημικής
θάλλει φαίνεται ακόμη

 

το αμύγδαλο του κόσμου

 

άμε δάκρυ μου άμε
πάρε τους δρόμους τ’ ουρανού
για σένα η αγρυπνία ετούτη.

 

 

  1. (Ακόμα ένα τσιγάρο

που να βαστάει ωσότου ξεψυχήσουμε

δυο – τρία λεπτά ζωή
με στιγμές αλήθεια υπέροχες
αυλές όπου ακατανόητα μεγαλώσαμε

 

κι εσύ πικρέ που το ‘βαλες γινάτι

να βρεις να κόψεις λέει το αμύγδαλο του κόσμου
                                   και σου απόμεινε το χέρι
γράφοντας κάτι ποιήματα
λευκά στη μαύρη τη σελίδα επάνου

 

ποιος ποτέ κατάλαβε

τα δειλινά που τ’ άντεχες μην και δακρύσεις;
υπάρχει ένας προδότης μέσα σου
που η ώρα του θα ‘ρθει να τιμωρηθεί

 

ω φίλοι

αν κάποιος από μας αμάρτησε
πρέπει να ‘ναι ο Θεός

χαλάλι του
ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται

νά ‘ μαστε άνθρωποι σωστοί

σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα

κοίταξε:
σπαν τ’ αστέρια ένα ένα

και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
κι εκείνο σώνεται

πάτα το χάμου

αντίο.)

 

 

  1. Θέ μου

αν η αλήθεια γίνεται

κάποτε μουσική που τρώει την ύλη

πρέπει να ‘μαι ψεύτης αλλά πιο πιστευτός

απ’ όλα τα όντα

που βομβούν επάνου στον πλανήτη

άκου

ο άνθρωπος είναι σαν να ‘ρχεται απ’ αλλού
γι’ αυτό και ηχεί παράτονα
μ’ ένα θυμητικό κατακερματισμένο άλλ’
εφεκτικό στα θαύματα

 

ίσως και να ‘χω λάθος ίσως και να ‘ναι που

δεν ξέρω από γραφή και ανάγνωση
ολομόναχος

κρέμομαι

από τους καιρούς του Ηράκλειτου
όπως το αμύγδαλο τον κόσμου

από ‘ναν κλώνο του βορείου Αιγαίου

αρχαίος ψαράς με το τρικράνι του

που εγνώρισε πολλές φουρτούνες ώσπου νά:

καπότες η στιγμή φτάνει

 

τα νερά γύρω του γίνονται

αγλαά

ψυχρά

τριανταφυλλένια
μισοκλείνει τα βλέφαρα

είναι που η αντανάκλαση

όλο κάλλος απόλυτο
δείχνει με ποιόν προσώρας είχε

άθελά του συνάντηση εμπιστευτική.

 

 

  1. Μπρος λοιπόν

λησμονήσετέ με αν κοτάτε –

 

οι σαύρες των μνημείων αγνοούν και γλύπτες και αρχιτέκτονες

 

τρεις μετά τα μεσάνυχτα
είναι σαν να ‘χω γεννηθεί χρόνους μετά
πού οι άνθρωποι διακρίνονταν στην πάλη και στο
εμπόριο

 

αξιωματικά ζω πέραν από το σημείο που βρίσκομαι

άλλωστε

συνεχίζοντας ίσια τη μητέρα μου
θα με συναντήσετε και μετά θάνατον

 

(είναι να μην ασχημονήσεις ειδεμή
εμφανίζεται στα σύννεφα – όπως επάνω στο χαρτάκι
ουρώντας

το σάκχαρο του διαβητικού –

ένας μαύρος κέλης με το πόδι εμπρός:
η ματαιοδοξία
και το μέσα της ανέφικτο)

πού; ποιόν; πότε;

ζητήσετε και ευρήσετε

 

τη μικρή Κυνηγέτιδα
που απάγει το αμύγδαλο του κόσμου
ψηλά στα όρη και ίπταται
σ’ έναν αιώνα ουσιαστικά χρυσόν

 

αλήθεια

 

χρήματα εκεί διόλου δεν υπάρχουν
η ζωή νοείται σαν κάτι το απροσμέτρητο

 

στέκω και θεωρώ τα κύματα

ό,τι πιο τέλειο πιο ανεπίδεκτο φθοράς
ποτέ του υπήρξε.